Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ΤΑ ΜΑΚΡΙΣΙΑ :ΘΥΜΗΣΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΞΕΘΩΡΙΑΖΕΙ*

   Αναδημοσιεύω σήμερα τη βιωμένη εμπειρία των παιδικών μας χρόνων. Αναμνήσεις- εικόνες από μια ιδιαίτερα δύσκολη, πλην όμως όμορφη παιδική ζωή. Το κείμενο αυτό, που είναι κατάθεση ψυχής, επιχειρεί να αναπαραστήσει μια εποχή, την εποχή της "αθωότητας". Αφορμή υπήρξε η αναφορά στην ραδιοφωνική εκπομπή της ΕΡΑ 2, το Σάββατο 26/1/2013 του Γιάννη Τζουαννόπουλου. Περποιεί τιμή, για την  έσχατη τούτη προσπάθεια, η ραδιοφωνική παρουσίαση εκτενούς αποσπάσματος από τη συγκεκριμένη εκπομπή, που έχει   παγκόσμια απήχηση.
Παραθέτω λοιπόν αυτούσια τούτα τα λόγια: 

 ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΒΑΛΑΝΕ ΤΗΝ ΕΓΝΟΙΑ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΓΓΙΞΕ ΚΑΜΙΑ……..



 « Η αναφορά τούτη υπαγορεύεται από την αίσθηση του χρέους στους γονείς μας, οι οποίοι μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, κατόρθωσαν να υποτάξουν τα στοιχεία της φύσης και να δημιουργήσουν τις απαραίτητες συνθήκες για την επιβίωσή μας. Παράλληλα να καλλιεργήσουν τις ανθρώπινες αξίες της ζωής αγάπη, αρετή, δικαιοσύνη, εντιμότητα, εργασία, φιλοξενία, συντροφικότητα… και από μια ακατανίκητη ανάγκη της ψυχής καθενός από μας, που βιώσαμε τις εμπειρίες μιας εποχής, να εξωτερικεύσει εικόνες, πρόσωπα, βιώματα όπως απλά έχουν καταγραφεί.

Ασφαλώς δεν φιλοδοξώ αυτή η μικρή αναδρομή στο παρελθόν να θεωρηθεί ιστορική ή λαογραφική εργασία, θα ήταν ασέβεια προς τους ειδικούς να επιχειρήσω κάτι τέτοιο. Μοναδικός μου στόχος, η χωρίς υπερβολές και ωραιοποιήσεις ανάδειξη μιας ομορφιάς που, παρά την δραματική κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, υπήρχε και σιγά -σιγά ξεθωριάζει.

Θα κινήσουμε λοιπόν το οδοιπορικό στις θύμησες του χθες, θ ανηφορίσουμε στα απομνημονεύματα της ψυχής, θα κατηφορίσουμε σε τούτο τον αναπάντεχο τόπο που κυοφορήθηκε πλάι στα γάργαρα νερά του Αλφειού, στην αγκαλιά των ξωκλησιών του Αι Γιάννη , του Αι-Λια και αργότερα του Αι -Γιώργη , ανάμεσα στις καταπράσινες κουκουναριές, στα πεύκα, στις ελιές, τις τρικοκιές και τις σταφίδες.

Τα περισσότερα σπίτια, διώροφα, χτισμένα από πέτρα που το πάχος του τοίχου ζύγωνε το ένα μέτρο, να προστατεύονται -θαρρείς, τα μυστικά της κάθε φαμελιάς. Ταράτσες κάποτε με ξύλινα προστατευτικά δεμένα σταυρωτά, χιαστί, σκεπασμένες με το παραδοσιακό χαγιάτι από ξύλα κυπαρισσιού και κεραμίδια. Οι πόρτες, τα παράθυρα, τα πατώματα μοσχοβολούσαν κυπαρισσόξυλο, υλικό απ το οποίο κατασκευάζονταν.
Αντίθετα με τους εξωτερικούς τοίχους, τα εσωτερικά χωρίσματα, οι διαιρέσεις ήταν λεπτές, φτιαγμένες από καλάμι και σοβά από κοκκινόχωμα, για να ακούγεται και ο ψίθυρος ακόμη. Οι επιφάνειες των τοίχων κάτασπρες, τις γιορτινές μέρες δε, άστραφταν και μοσχοβολούσαν πιότερο ασβέστη.
Λάττες με βασιλικά στόλιζαν τα περβάζια των παραθύρων, τις ταράτσες, τις ξύλινες σκάλες, τις αυλές. Σε πολλά σπίτια αναρριχόμενες τριανταφυλλιές χάιδευαν τους τοίχους – μεθύσι οφθαλμών – όταν ολάνθιστες καλοδέχονταν την άνοιξη.

Σαν έφτανε κανένας ξένος, έτσι συνήθιζαν να λένε τους επισκέπτες, ξαφνιάζονταν από τη ζεστασιά τούτων των ανθρώπων . Τότε το κατώι (ισόγειο σπιτιού)είχε την τιμητική του!. Όλα με τη σειρά προσφέρονταν να ευχαριστήσουν τον «ξένο» , τα βαγένια με το κρασί , οι ζάρες (πιθάρια) με το λάδι, το ολόγιομο κασόνι με το στάρι , οι λαήνες με τις τσιγαρίδες. Κι αν ήταν τυχερός κανείς, δοκίμαζε ζεστό ψωμί ή μπομπότα από το χτισμένο -σε σχήμα μισοφέγγαρου - με γλίνα (άργιλος) και άχυρο φούρνο .Το κτιριακό «συγκρότημα » συμπληρωνόταν με τη «χαμοκέλα», αποθήκη κτισμένη με πλίθες (χώμα με άχυρο), πλάι στο σπίτι , χρήσιμες για τη στέγαση των ζώων (άλογο , γαϊδούρι, κότες, μια –δύο προβατίνες ,γουρούνι).

Το χειμώνα ,κάτω απ το φώς της γυφτόλαμπας ή κατραμόλαμπας(έβγαζε μαύρο καπνό από ακάθαρτο πετρέλαιο που έκαιγε- αλλοίμονο και φύσαγε, τα πρόσωπα γίνονταν μαύρα!), πλάι στο παραγώνι (υποτυπώδες τζάκι) , που συνήθως κάπνιζε, μοναδικό σημείο που πυρωνόταν ( ζεσταινόταν) , η φαμελιά (οικογένεια) μοιραζότανε τις έγνοιες και τις αξεφλούδιστες ψητές στη θράκα πατάτες με την απαραίτητη συντροφιά των κατσουλιών(γάτες) .
Απρόσμενοι επισκέπτες τα χειμωνιάτικα βράδια, οι αστραπές , οι στάλες της βροχής – για να προφυλαχθεί το πάτωμα από την «εσωτερική » βροχή βάζανε τσίγκινη λεκάνη και οι στάλες χτυπούσαν ρυθμικά ! , ενώ τα παραθυρόφυλλα τα χτυπούσε το άνεμο- βρόχι . Μουσική χωρίς μαέστρο!.Όταν, παίζοντας μες τη βροχή , γινόμαστε μούσκεμα και επειδή δεν είχαμε άλλα ρούχα να αλλάξουμε , στέγνωναν τα ρούχα πάνω μας!, αφού –όπως λέει και η παροιμία- ο βρεγμένος τη βροχή δεν φοβάται !!!.

Την άνοιξη που «άνοιγε» η φύση , γινόμαστε ένα μαζί της . Αυτοσχέδια παιχνίδια γέμιζαν την κάθε στιγμή( τραμπάλα, ντάλια , ποδόσφαιρο με τόπι ,φέγγο μπόκαλα). Τα βράδια , παρέες , για κυνήγι σαλιγκαριών με ασετιλίνη. Ανεβαίναμε στα δένδρα –πολύ ψηλά για να πιάνουμε σπουργίτια. Οι μικροτραυματισμοί στην ημερήσια διάταξη!. Πολλά όνειρα για τα καλοκαίρια. Όταν έφτανε η ημέρα που έκλειναν τα σχολεία , τα οποία στεγαζόταν σε διαφορετικά κτίρια- αποθήκες- ξεκινούσε η περιπέτεια του καλοκαιριού.
Τα σχολείο λειτουργούσε πρωί απόγευμα .Για να μαζεύονται οι μαθητές στη συγκεκριμένη ώρα , χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησιάς. Τα αγόρια – μαθητές ήταν υποχρεωμένα να χτυπούν εκ περιτροπής , πρωί και απόγευμα, την καμπάνα και επειδή όμως δεν είχαν ρολόι σπίτι ( για ρολόι στο χέρι ούτε συζήτηση ), η συγκεκριμένη ώρα βρισκόταν με τη θέση του ήλιου!. Όταν είχε συννεφιά η καμπάνα χτυπούσε στο περίπου!!!. Τα αγόρια με τα κοντά παντελονάκια και τα κορίτσια με τις μπλε ποδιές και τα άσπρο γιακαδάκι ,συγκεντρωμένα στο τέλος της σχολικής χρονιάς όλα στην αυλή του σχολείου ανυπομονούσαν να ακούσουν αν προβιβάστηκαν.

Με την παύση του σχολείου , μέσα Ιουνίου , γινόταν ομαδική φυγή για την εξοχή . Θύμιζε καραβάνι τούτη η μετακόμιση στα εξοχικά. Το βραδάκι της συγκεκριμένης ημέρας ξεκίναγε η πομπή : μπροστά το αντρόγυνο με το άλογο φορτωμένο με τα λίγα υπάρχοντα, το γαϊδουράκι φορτωμένο με τις κότες , ακολουθούσε το γουρούνι , ο σκύλος και τα ξυπόλυτα παιδιά, που συμπλήρωναν την ομάδα. Το "εξοχικό" ήταν ένα πλινθόκτιστο σπιτάκι με φρατζάτα από φτερίνα, που μοσχοβολούσε με την πρωινή δροσιά, υπήρχαν ακόμη αυτοσχέδια κρεβάτια(με τρίποδα). Ένα πηγάδι με νερό και ένα τουλάχιστον δένδρο για ίσκιο ήταν απαραίτητα για να φιλοξενήσουν την οικογένεια τους καλοκαιρινούς μήνες .Η επιστροφή γινόταν μετά το μάζεμα του αραποσιτιού (καλαμπόκι) ,πράγμα που σήμαινε  και το τέλος του καλοκαιριού.

Ω! τούτοι οι απλοί, ευγενικοί, φιλόξενοι άνθρωποι! Δουλευταράδες ανεξάντλητοι, έσκαβαν ήλιο με ήλιο τη γη, μετέτρεπαν τα στοιχειωμένα από αγριόδενδρα άγονα κτήματα σε εύφορα. Όργωναν με τα άλογα τον κάμπο. Πληγωμένα χέρια, ροζιασμένα απ την αξίνα, σκασμένα από το κρύο ή τη ζέστη πόδια, ριγμένοι στον αγώνα της επιβίωσης, της εξασφάλισης του καθημερινού φαγητού. Κι είχε όλη η οικογένεια συμμετοχή σε τούτη την προσπάθεια. Μόνο μια φέτα ψωμί, μια ντομάτα, λίγες ελιές κι ένα ποτήρι κρασί τους συνόδευε σε τούτο τον αγώνα, που για τους περισσότερους ήταν ευλογία Θεού. Τι κι αν δεν είχαν παπούτσια; Τι κι αν δεν είχαν καλά ρούχα, μια αλλαξιά φύλαγαν για την εκκλησιά, τι κι αν δεν υπήρχε μέρα ανάπαυσης, ήταν γεμάτοι πίστη στον αγώνα τους γεμάτοι ελπίδα κι αυτό τους σήκωνε ψηλά στις δυσκολίες.

Μετρούσαν το χρόνο με τις δουλειές που προγραμμάτιζαν: σπορά σιταριού, κριθαριού, βρώμης, μάζεμα ελιών, κλάδεμα σταφίδας, ξελάκκωμα, σκάψιμο, σκάλισμα, χαράκωμα, ράντισμα, θέρος του σιταριού, αλώνισμα. Σπορά καλαμποκιού, φιστικιού, σκάλισμα, πότισμα. Τρύγος σταφίδας, κόψιμο ξύλων για το τζάκι με τα τσεκούρια, μάζεμα καλαμποκιού. Τρύγος αμπελιών πάτημα σταφυλιών, αποθήκευση του μούστου, μάζεμα ελιών…
Αυτός ο τροχός της δημιουργίας , η αδιάσπαστη αλυσίδα του αγώνα, τους κρατούσε γερούς και ακούραστους. Η σχέση με τους σέμπρους (με αυτούς που είχαν συμφωνήσει να χρησιμοποιούν μαζί τα άλογα) ήταν ιδιαίτερα στενή. Μοιραζόντουσαν τα αστεία την ώρα της δουλειάς, το φτωχικό κολατσιό την ώρα της μικρής παύσης, την αγωνία για την σοδειά που θακρινε την ¨ευρωστία¨ των οικονομικών τους. 
Το μεγαλύτερο ξεφάντωμα γινόταν τις απόκριες. Τότε δυο τρεις ή και περισσότερες οικογένειες μαζί έσφαζαν από κοινού τα χοιρινά ή γουρούνια. Τότε στηνόταν σωστό πανηγύρι! Ότι κρέας περίσσευε έκαναν παστό για να τρώει όλο το χρόνο η οικογένεια. Χαρά τους και ικανοποίηση τρανή να βλέπουν τα βλαστάρια τους να μεγαλώνουν. Συνήθως είχαν πολλά παιδιά, δεν τους ανησυχούσε αυτό. Δεν αγωνιούσαν γι αυτό. Πίστευαν πως είναι ευτυχισμένοι οι γονείς προείχαν παιδιά και το βίωναν. Πάλευαν σ όλη τους τη ζωή γι αυτά και έλπιζαν. Η χαρά της συνέχειας της ζωής ήταν η ελπίδα τους και τους στήριζε. Δεν ήταν μορφωμένοι άνθρωποι, η σοφία, η απλότητα, ο βαθμός αντίληψης των αξιών είναι αξιοσημείωτα.
 Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Στον ευλογημένο τούτο τόπο, που πότισαν με τον ιδρώτα τους οι γονείς μας, ανθίζουν ακόμη οι βασιλικοί και πρασινίζουν τα δέντρα την άνοιξη. Που και που υπάρχει ακόμη και κάποια αλάνα να παίζουν τα παιδιά.

Οι συνθήκες της ζωής σίγουρα βελτιώθηκαν, η ζωή μας όμως έγινε ομορφότερη;

Στάθης Χ. Χριστοδουλόπουλος

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Η ΟΙΚΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1932: ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΛΕΥΘΕΥΡΙΟΥ Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ













« Προσήλθον λοιπόν προ αντιπροσώπων των μεγάλων δυνάμεων εις την οικονομικήν επιτροπήν και εξέθεσα την κατάστασιν η οποία εδημιουργήθη μετά την επίτασιν της παγκοσμίου κρίσεως και υπέβαλον ένα πενταετές σχέδιον αναστολής χρεωλυσίων επί μιαν πενταετίαν και παροχήν δανεισμού εξωτερικού 10.000.000.λιρών εις 4 έτη, δια την συμπλήρωσιν των παραγωγικών έργων και την αξιοποίησίν των  Η αίτησις έως τώρα δεν έγινε δεκτή και είνε αμφίβολον αν θα γίνη δεκτή. Αλλά δεν δύναται να μη ενθυμήται η Βουλή τί επετευχθη δια της πολιτικής αυτής της κυβερνήσεως κατ΄αντίθεσιν  την οποία μου συνιστά ο κ αρχηγός του Λαϊκού κόμματος.
Ενώ αν ηκολούθουν την πολιτικήν εις το κήρυγμα του χρεωστασίου, θα ηγείρετο  μια κραυγή διαμαρτυρίας από το έν άκρον του κόσμου εις το άλλο, από την οποία κραυγήν η θέσις της Ελλάδος θα καθίστατο δεινή...»  29/4/1932  ΤΟ ΒΗΜΑ 90 ΧΡΟΝΙΑ, Τόμος Ι΄, 2012
 
 Από το τμήμα  αυτό της ομιλίας του τότε πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου προκύπτει ότι όπως και τότε έτσι και τώρα η χώρα μας ζει με δανεικά!
Αν κάποιος άλλαζε  την ημερομηνία της ομιλίας και τη γλώσσα γραφής, θα εύρισκε απόλυτη ταύτιση των δυο καταστάσεων 80 χρόνια μετά. Συμπέρασμα: έχουμε πλήρη άγνοια των γεγονότων της πολιτικής και οικονομικής ιστορίας, ενώ καμαρώνουμε για το ... ένδοξο παρελθόν μας.
Σ.Χ.Χ.

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ





Ζούμε μέρες «Ληστοκρατίας» και «Λιστομαχίας»! Οι πολίτες - θύματα των ποικιλώνυμων ληστών, που με θαυμαστό θράσος αρπάζουν το δημόσιο χρήμα, ενώ άλλοι «νομότυπα» εξακολουθούν να απολαμβάνουν ιδιαίτερα, φορολογικά, μισθολογικά και εξουσιαστικά προνόμια.
 Το πολιτικό σύστημα, σε πλήρη αναντιστοιχία με τη διαμορφωμένη πραγματικότητα, πολιτεύεται με όρους φαυλότητας.
Στο πολιτικό σύστημα περιλαμβάνονται και όλοι αυτοί που ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα (δήμαρχοι, πειφερειάρχες, διοικητές δημοσίων οργανισμών, στελέχη σε επιτροπές διαγωνισμών, επιβλέποντες δημοσίων έργων και μελετών, επιτροπές προμηθείων κλπ), ή όλοι όσοι διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, όπως κανάλια, δημοσιογράφοι και γκλαμουράτοι τηλεοπτικοί μαϊντανοί. Οι τελευταίοι, όλο το 24ωρο μετατρέπονται σε κήνσορες της πολιτικής ηθικής, καταδικάζοντας ή αθωώνοντας παράγοντες, ανάλογα με την προσωπική τους επιδίωξη. Άπειρα είναι τα παραδείγματα.
Ένα παράδειγμα, πριν από λίγες ημέρες δημοσιεύτηκε κατάλογος με ονόματα δημάρχων που  φέρεται να ελέγχονται, ως καταθέτες σε τράπεζες πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Χθες (16/1/2013) αντιπροσωπεία τους, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Κ.Ε.Δ., απαίτησε από τον υπουργό Δικαιοσύνης να αλλάξει ο σχετικός νόμος, ώστε να μην ερευνώνται ανώνυμες καταγγελίες! Οι τηλεοπτικοί αστέρες και οι λαλίστατοι εκρόσωποι των κομμάτων , αοποσιώπησαν το γεγονός.
Η μεγαλύτερη υποκρισία όμως παρατηρείται στα ζητήματα φοροδιαφυγής και διαφθοράς. Για το πρώτο: κανένας από τους εκπροσώπους των κομμάτων και από τους τηλεοπτικούς «αστέρες» και μαϊντανούς δεν ξέρει τίποτα για το διαρκές σκάνδαλο της φοροδιαφυγής (νόμιμης και παράνομης), που αδιάντροπα εξακολουθεί να ληστεύει το δημόσιο χρήμα, στερώντας πολλά δις ευρώ κάθε χρόνο τον κρατικό προϋπολογισμό. Κανένα ουσιαστικό μέτρο, ούτε βεβαίως καμία πίεση από επαγγελματίες του πολιτικού, τηλεοπτικού λαϊκισμού.
 Κανένας, επίσης, από τους εξουσιαστές των μικροφώνων δεν έχει ακούσει ή δεν γνωρίζει για τις μίζες των υπαλλήλων του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Ένας ανώτατος κρατικός λειτουργός( τ. Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων)  που τόλμησε να τους καταγγείλει, το γνωστό πλέον 4-4-2 , εξοβελίστηκε από το υπουργείο, ύστερα από απαίτηση των ...αδιάφθορων εκπροσώπων της γνωστής και πανίσχυρης συν(α)τενχίας.
Κατά τα άλλα, για την χρόνια καταλήστευση του δημοσίου, φταίνε οι λίστες και όχι οι ληστές.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΑΔΙΑΣ: 11ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1910-10 ΦΕΡΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1975- Σύντομο βιογραφικό








Σαν σήμερα το 1910 γεννήθηκε ο λογοτέχνης Νίκος Καββαδίας. Ό ποιητής έγινε ευρύτερα γνωστός από τη μελοποιημένη ποίησή του και ιδιαίτερα από τον Θάνο Μικρούτσικο, στον οποίο οφείλουμε πολλά. Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα.

Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11/1/ 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε τη ρωσική υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών. Η μητέρα του, Δωροθέα, ήταν κεφαλλονίτικης καταγωγής. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, η οικογένειά του επέστρεψε στην Κεφαλονιά και το 1921 μετακόμισε στον Πειραιά, όπου τελείωσε το Δημοτικό και το εξατάξιο Γυμνάσιο.
Το 1928 δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, αλλά την ίδια χρονιά αρρωσταίνει βαριά ο πατέρας του και αναγκάζεται να δουλέψει. Για μερικούς μήνες εργάζεται σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία, και τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό.
Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες από τα μέρη που επισκέπτεται, τη ναυτική ζωή, τους ναυτικούς και τις σχέσεις τους με την πατρίδα τους, τη θάλασσα και τις γυναίκες. Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Μαραμπού και εισαγωγικό σημείωμα του Καίσαρα Εμμανουήλ. Το βιβλίο τυπώνεται σε 245 αντίτυπα, στο τυπογραφείο του περιοδικού Ο Κύκλος, με έξοδα του ίδιου.
Το 1939 παίρνει το δίπλωμα ασυρματιστή, αν και αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος. Ακολουθεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πηγαίνει στρατιώτης στην Αλβανία και στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής μένει ξέμπαρκος στην Αθήνα. Ξαναμπαρκάρει το 1944 και ταξιδεύει αδιάκοπα ως ασυρματιστής σ’ όλο τον κόσμο.
Τον Ιανουάριο του 1947 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του Πούσι κι επανεκδίδεται, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια, το εξαντλημένο Μαραμπού από τον Θανάση Καραβία, ο οποίος το Μάρτιο του 1954 θα κυκλοφορήσει και τη Βάρδια, το μοναδικό πεζό του Νίκου Καββαδία.
Από το τελευταίο ταξίδι του επέστρεψε το Δεκέμβριο του 1974 και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής του, την οποία όμως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Πέθανε ξαφνικά στις 10/2/1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο Τραβέρσο, κάτι που δεν έγινε...
«Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε».
Τρία χρόνια μετά το θάνατό του, κάποια από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο δίσκο Σταυρός του Νότου. Μέσω αυτών των τραγουδιών, και άλλων που ακολούθησαν, ο Νίκος Καββαδίας έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό.

Πηγή:  http://www.sansimera.gr/