Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Λαογρφία- Παράδοση: Έθιμα της Πρωτοχρονιάς

 
Για την Πρωτοχρονιά μεγάλη σημασία έχουν ο φόβος για το άγνωστο (συνοδευόμενος κάποτε και από δεισιδαιμονίες) καθώς και οι επιδιώξεις για το καλό και την ευτυχία των ανθρώπων όλον το χρόνο. Όλες οι προλήψεις έχουν τοποθετηθεί στον ερχομό του καινούργιου χρόνου. Έτσι τα έθιμα και οι δοξασίες από το πρωί της παραμονής ως το βράδυ αργά της πρώτης αυτής ημέρας του χρόνου κινούνται ανάμεσα σε φοβισμένες προλήψεις και σε χαρούμενες μαγικές ομοιοπαθητικές ενέργειες που στοχεύουν στην ευετηρία.
Στην αρχή κάθε νέας περιόδου κύριο μέλημα είναι η ομαλή μετάβαση από το γνώριμο στο άγνωστο. Η έλευση του νέου έτους χαρακτηρίζεται από τελετές, καθώς και από ήθη και έθιμα της λαϊκής λατρείας, στα οποία συνδυάζονται τα χριστιανικά δρώμενα και οι προχριστιανικές τελετουργίες.
Στην Ελλάδα την ημέρα αυτή συναντώνται τα κάλαντα, οι προσφορές στους νεκρούς, το φίλευμα ή το τάισμα της βρύσης, το ποδαρικό, η σπιτική βασιλόπιτα που ετοιμάζεται είτε ως ψωμί «μεγάλαρτο» στην αγροτική παράδοση είτε ως ζυμωτό  γλύκισμα στην αστική παράδοση (και στις δύο περιπτώσεις έχει τη σημασία του θρεπτικού και στερεωτικού άρτου με κάποια σκέψη προσφοράς και στους νεκρούς. Η βασιλόπιτα αποτελεί εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού εθίμου του εορταστικού άρτου, τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν στους θεούς σε μεγάλες αγροτικές γιορτές, όπως τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια.
Στα Θαλύσια, γιορτή του θερισμού, αφιερωμένη (μάλλον) στη Δήμητρα έφτιαχναν από το νέο σιτάρι ένα νέο καρβέλι, τον «θαλύσιον άρτον» και στα Θαργήλια, γιορτή του Απόλλωνα, έψηναν επίσης τον «θάργηλο» άρτο ή την «ευετηρία». Στα Θεσμοφόρια πρόσφεραν στην Δήμητρα μεγάλους άρτους. Η βασιλόπιτα αποτελεί συνδυασμό του «εορταστικού άρτου» και του «μελιπήκτου» των αρχαίων προσφορών, τόσο προς τους θεούς όσο και προς τους νεκρούς ή τους κακούς δαίμονες, για την εξασφάλιση της ευετηρίας.
Όλα αυτά γίνονταν για να ευχαριστήσουν τους θεούς και να εξασφαλίσουν με μαγικο λατρευτικό τρόπο την υγεία, τη δύναμη και την ευετηρία. Επίσης το αμίλητο νερό, η περιποίηση των ζώων, τα ιδιαίτερα φαγητά, το μάντεμα της τύχης, πρωτοαντικρύσματα και πρωτακούσματα είναι προλήψεις με κυριότερους συμβολισμούς τον φυτικό και τον αναβλαστικό. Ο στολισμός του σπιτιού με κλαριά και πρασινάδες, το «ποδαρικό», η ρίψη ροδιού και το σκόρπισμα στις κάμαρες (για να πληθύνουν τα αγαθά), η φροντίδα να υπάρχουν την ημέρα αυτή στην οικία πολλά φρούτα (πορτοκάλια, μήλα, ξηροί καρποί), όλα αυτά αποτελούν σύμβολα της επιθυμητής παγκαρπίας.
Το έθιμο των δώρων μεταφέρθηκε στον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς, κατάγεται από τη ρωμαϊκή περίοδο (όπου οι ρωμαίοι αντάλλασσαν δώρα μεταξύ τους την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου, ημέρα γέννησης του Θεού Ήλιο) και στοχεύει στην επιδίωξη αμοιβαίου μαγικού πλουτισμού. Τεχνικό και πολιτιστικό αποτέλεσμα του είναι η μεγάλη βιομηχανική παραγωγή δώρων κι η άμιλλα των μεγάλων μαγαζιών για εξοπλισμό και διαφήμιση.
(απόσπασμα από την πτυχιακή εργασία με θέμα: ”Τα κάλαντα του Δωδεκαημέρου: Οι ρίζες και το περιεχόμενο μιας τελετουργίας σε εξέλιξη”, Θεσσαλονίκη 2009)

Πηγή: https://www.pemptousia.gr/2015/01/ethima-tis-protochronias/

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία στο Μεταξουργείο

Με συγκίνηση διαβάζει κανείς ολόκληρη την ιεροτελεστία ενός χριστουγεννιάτικου τραπεζιού, μιας αστικής οικογένειας του Μεταξουργείου:

«Όταν κατά τον βαθύν όρθρον ηκούετο η μικρά καμπάνα ή το σήμαντρον της ενοριακής εκκλησίας, που εκάλει τους πιστούς όλη η οικογένεια ετίθετο εις κίνησιν.

Πού ν’ αφήση η γιαγιά να μείνη ψυχή αξύπνητη!

Ως και ο σκύλος φέρνει βόλτα της κάμαρες και κουνεί την ουρά του ακκιζόμενος. Δίχως άλλο θα νομίζη ότι γίνεται προετοιμασία κάποιας εκδρομής εις την οποίαν θα λάβη μέρος, προτρέχων πάντων και γαυγίζων παν έμψυχον και άψυχον ακόμη αντικείμενον με την πεποίθησιν ότι εξυπηρετεί τους κυρίους του απομακρύνων το κακόν συναπάντημα. Μόνον την γάτα δεν συγκινεί τίποτε. Ξαπλωμένη αυτή δίπλα εις την παραφωτιά νωχελώς καμπουριάζει οικτίρουσα ίσως την άσκοπον κινητοποίησιν σπιτικού ολοκλήρου!

Φεύγουν όλοι τώρα διά την εκκλησίαν και μένουν μονάχα η ψυχοκόρη επάνω και η κοπέλλα κάτω. Η ψυχοκόρη πλησιάζει εις το εικονοστάσιον. Κάνει τρείς σταυρούς και τρείς μετάνοιες και αρχίζει την εργασίαν της.

Αφού πλύνη τα χέρια της τρείς φορές με πυκνήν σαπουνάδα, τα τρίψη καλά με λεμονόκουπα και τα ξεπλύνη εις το λεγένι, διευθύνεται εις το σκαφιδάκι με το ανεβασμένο ζυμάρι. Τοποθετεί δίπλα της το σταρίσιο αλεύρι, το λεβέτι με το νερό, την κοπανισμένην μαστίχα, το κύμινον, το σουσάμι, το μαυροκόκκι και το καρύδι της μέσης, αποσταυρώνει το ζυμάρι και αρχίζει το ζύμωμα.

Την ίδιαν ώρα η κοπέλλα κάτω –έχει κάμει και αυτή την προσευχή της εις το εικόνισμα του δωματίου της- ανάβει το φουρνάκι του σπιτιού, τραβά την τέφραν των κλαδιών που αχνίζει και σπιθοβολεί, και ενώ η ψυχοκόρη ξεμανικωμένη έως επάνω φέρνει το χριστόψωμον κάτω, αυτή πανίζει τον φούρνον και κατόπιν με το ξυλόφτιαρον εισάγει μεγαλοπρεπώς το χριστόψωμον. Αφήνει τώρα η ψυχοκόρη την φροντίδα του ψησίματος εις την κοπέλλα, ανεβαίνει επάνω και ετοιμάζει το τραπέζι διά το ακράτισμα της πρωίας.

Ο απαραίτητος πετεινός βράζει ήδη από τα μεσάνυκτα. Με το ζουμί του θα γίνη η περίφημη αυγοκομμένη μανέστρα.

Η οικογένεια επιστρέφει τώρα με ιεραρχικήν τάξιν. Με το δεξί πόδι των εμπρός γίνεται η είσοδος των μελών της εις την αυλήν του σπιτιού.

Ευπρεπίζονται καταλλήλως και κάθονται όλοι εις το Χριστουγεννιάτικον τραπέζι.

Ο μικρότερος του σπιτιού κάθεται εις μίαν γωνία του τραπεζιού και περιμένει το σκοτάκι που θα του δώσει καρφωμένον εις το πηρούνι η γιαγιά.

Αχνίζει τώρα το ζουμί του πετεινού και ενώνεται η ευωδία του με της μαστίχας του χριστόψωμου που ετεμαχίσθη. Το καρύδι της μέσης γυαλιστερό-γυαλιστερό ανήκει εις την γιαγιά. Προνόμιον που αριθμεί πολλούς Δεκεμβρίους. Οπωσδήποτε σιγά –σιγά θα τα καταφέρει να το φάγη.

Μια συμπεθέρα που έχει ωραίαν φωνήν τραγουδεί περί το τέλος, το αγαπητόν των παλαιών Αθηνών τραγούδι:

«Όλα τα πουλάκια ζυγά-ζυγά»
Εις τον στίχον όμως:
«Μούπε κι’ ένα λόγο και μάρεσε»
Η γιαγιά επιμένει εις την προσθήκην:
«Μούπε κι’ άλλον ένα με παλάβωσε»

Αυτό γίνεται κάθε χρόνον και περιμένουν όλοι ν’ ακούσουν από τα χείλη της γρηάς, της προσθήκης το τρέμουλο κρατώντας σουφρωμένα τα χείλη των διά να κρύψουν το χαμόγελον». 

«Αθηναϊκά Νέα», 1932
Είναι προφανές, ότι το δημοσίευμα αναφέρεται σε πολύ παλαιότερα χρόνια, ίσως και στα τέλη του 19ου αιώνα και όχι στο 1932. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις σκέψεις, με τις οποίες κλείνει το δημοσίευμα ο αρθρογράφος, που δεν είναι άλλος από τον ακαδημαϊκό Δ. Καμπούρογλου:

«Είνε αφάνταστος η διαφορά των παλαιών Χριστουγέννων από τα σημερινά.

Την αφελή και ολόψυχον ευλάβειαν, αντικατέστησε προς τα κάτω μεν η συμφεροντολογία, προς τα άνω δε η ξενομίμητος εμφάνισις».
Πηγή:
 http://www.paliaathina.com/gr/pages/703/mikri-xristoygenniatiki-istoria-sto-metaksoyrgeio.html

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΔΡΟ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟ ΠΥΡΓΟΥ





Ο πρωταγωνιστής στην καθαριότητα Δείμος Πύργου,
εύχεται στους υπηκόους του Χρόνια πολλά και καθαρά!

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΛΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ

Με το πέρασμα των χρόνων, καθώς ο τρόπος ζωής , οι ανάγκες των ανθρώπων και ο τρόπος παραγωγής πολλών προϊόντων αλλάζουν, πολλά επαγγέλματα εξαφανίζονται ή αντικαθιστούνται από άλλα που έχουν να κάνουν με το σύγχρονο τρόπο ζωής.

Μερικά από αυτά είναι: 

Γανωτής = Γανωτζής = Γανωματής …
Γανωτής ή γανωτζής ή γανώματος ονομάζεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο (καλάι), ο κασσιτερωτής= καλαϊτζής. Οι γανωτζήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα ταχριά, τα καζάνια, τα κουτάλια,τα πηρούνια κλπ.
Η φωνή του πλανόδιου γανωτή, τραχιά και δυνατή θα αντηχεί ακόμη στα αυτιά όσων τους πρόλαβαν «Γανωωωτής! Μπακίρια γανώνωωωω! Γανωωωτής», μα δεν ακούγεται πια στις γειτονιές της Αθήνας. Στις αρχές
του 2θού αι. ο γανωτζής κουβαλούσε στην πλάτη του τα απαραίτητα εργαλεία και περπατώντας φώναζε και καλούσε τις νοικοκυρές να του φέρουν τα είδη που χρειάζονταν γάνωμα. Έστηνε την γκαζιέρα του στην αυλή του σπιτιού, έλιωνε τον κασσίτερο. Αφού καθάριζε καλά το σκεύος, άλειψε το εσωτερικό του με σπίρτο και το τρίβε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγε το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχνε μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Ζητούσε και από νοικοκυρά του σπιτιού μια λεκάνη με κρύο νερό, στην οποία βουτούσε το σκεύος, που γάνωσε και λαμπύριζε στον ήλιο.
Το επάγγελμα αυτό συνδέεται κυρίως με τους Τσιγγάνους και αποτελεί ένα από τα παραδοσιακά τους επαγγέλματα. Οι γανωτές αναζητούσαν πελάτες στις γειτονιές της πόλης ή του χωριούι.
Το «γάνωμα» έπρεπε να γίνεται συχνά για λόγους υγείας, κυρίως στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, οπότε οι γανωτζήδες είχαν δουλειά όλο το χρόνο.
Τα τελευταία χρόνια το επάγγελμα του γανωτή τείνει να εξαφανιστεί αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται επικασσιτέρωση. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι τεχνίτες στην επαρχία, που υποαπασχολούνται αφού τα εναπομείναντα χρηστικά χάλκινα σκεύη είναι ελάχιστα και τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούμε πια είναι ανοξείδωτα βιομηχανικά προϊόντα.
Η λέξη γανωτής προέρχεται από το ρήμα ΓΑΝΩΝΩ και μάλιστα από το αρχαίο ρήμα ΓΑΝΩ = δίνω λάμψη… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει..

ΛΟΥΣΤΡΟΣ
Παλιότερα που ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λουστραδόρου. Αυτός με ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, καθόταν σε ένα χαμηλό σκαμνάκι, στην αρχή της πλατείας, περιμένοντας υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες γινόταν ταχυδακτυλουργός ή χτύπαγε ρυθμικά το κασελάκι, Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι Πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχισε η «ιεροτελεστία» του βαψίματος…

Πλανόδιος Μανάβης
Ο πλανόδιος μανάβης ήταν από τους πιο αγαπητούς μικροπωλητές στα χωριά. Σ’ αυτό δεν συντελούσε μόνο η εξυπηρέτηση και η προμήθεια των απαραίτητων τροφίμων στην οικογένεια του χωρικού αλλά η καθημερινή επαφή με τις νοικοκυρές δημιουργούσε μια φιλική σχέση που τη διέκρινε η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ο μανάβης ιδιαίτερα όταν αυτός ήταν ευχάριστος και κοινωνικός άνθρωπος ενημέρωνε τις νοικοκυρές για όσα γίνονταν στον κόσμο. Βλέπετε τότε δεν υπήρχαν τα ΜΜΕ και ο μανάβης αποτελούσε ένα μέσο ενημέρωσης. Αυτός θα μετάφερε και τα διάφορα νέα από χωριό σε χωριό.
Το επάγγελμα του μανάβη πέρασε και αυτό διάφορα στάδια εξέλιξης. Τα πρώτα χρόνια ο πλανόδιος μανάβης χρησιμοποιούσε ένα από τα πιο συμπαθητικά ζώα, το γαϊδουράκι που από εδώ και πέρα θα το βλέπουμε όλο και πιο σπάνια. Το φόρτωνε με κοφίνια και από τις δύο πλευρές του. Μέσα είχε διάφορα ζαρζαβατικά ανάλογα με την εποχή γιατί τότε δεν υπήρχαν θερμοκήπια και στην αγορά διακινούνταν μόνο τα εποχιακά. Μετά από λίγα χρόνια και σε συνδυασμό με την οικονομική επιφάνεια του μανάβη το γαϊδουράκι αντικαταστάθηκε από το άλογο ή από το δίτροχο κάρο. Έπρεπε να φροντίζει ο μανάβης για την καλή κατάσταση του ζώου και τη διατροφή του, να το ξεκουράζει συχνά και να του δίνει νερό. Απαραίτητα εργαλεία: η ζυγαριά (κρεμαστή) οι οκάδες και τα δράμια που αργότερα έγιναν κιλά και γραμμάρια. Την εποχή πριν το 1940 οι άνθρωποι στα χωριά δεν πλήρωναν με χρήματα. Οι συναλλαγές γίνονταν με είδος.
    
Νερουλάς = Υδρονομέας = Νεροκόπος

Στην παλιά Αθήνα που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότηση τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία .
Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ. Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ.

Νερουλάς στο Μαρούσι ήταν και ο Σπύρος Λούης, ο πρώτος νικητής του Μαραθωνίου δρόμου στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896 στην Αθήνα.

Υαλοποιός
Το γυαλί ήταν γνωστό στους ανθρώπους από πολύ παλιά. Τότε το γυαλί ήταν υλικό που το χρησιμοποιούσαν μόνο οι πλούσιοι. Οι Ρωμαίοι ήταν οι πρώτοι που έκαναν το γυαλί διαφανές.
     Ο τεχνίτης μάζευε τον πολτό στην άκρη ενός σιδερένιου σωλήνα, το καλάμι. Τον τοποθετούσε σ’ ένα ειδικό τραπέζι, το μάρμαρο, και τον γύριζε έτσι ώστε να του δώσει σχήμα σφαίρας. Όταν το πετύχαινε αυτό, φυσούσε μέσα στο καλάμι με δύναμη. Η σφαίρα του γυαλιού φούσκωνε σαν μπάλα και έτσι μπορούσε να την πλάσει σε καράβα ή βάζο.
     Ο τεχνίτης την ώρα της δουλειάς φορούσε πέτσινη ποδιά για να μην καεί από το ζεστό υλικό. Τα εργαλεία του ήταν: φόρμες, ψαλίδια και πένσες.

O Tσαγκάρης
Σήμερα όταν λέμε τσαγκάρης εννοούμε τον τεχνίτη που επιδιορθώνει τα χαλασμένα μας παπούτσια. Πολλοί τσαγκάρηδες γύριζαν τις γειτονιές και μάζευαν παπούτσια για επιδιόρθωση. Δηλαδή ήτανμπαλωματή δ ες.
Το τσαγκαράδικο, ο χώρος όπου ήταν στημένος ο πάγκος του με όλα τα σύνεργα, ήταν ανοιχτό απ’ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Στον πάγκο βρίσκονταν, βελόνες, σακοράφες, σουβλιά, σφυράκια, λίμες, τανάλιες καλαπόδια, που έβαζε μέσα στο παπούτσι. Δεν υπήρχαν τότε κόλες και μηχανές. Εκεί, σκυμμένος πάνω από τον πάγκο του, δούλευε ώρες ατελείωτες φορώντας πάντα τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Εκεί δεχόταν και τις παραγγελίες των πελατών του.
Στις μεγάλες πόλεις υπήρχαν μεγάλα τσαγκαράδικα, όπου δούλευαν πολλοί τσαγκάρηδες, μαζί με καλφάδεςκαι τσιράκια. Τα τσαγκαράδικα αυτά δέχονταν μεγάλες παραγγελίες και για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των πελατών, δούλευαν ασταμάτητα. Ένα ζευγάρι παπούτσια, τότε κόστιζαν σχεδόν μια χρυσή λίρα, για να φτιαχτούν χρειάζονταν 2-3 ημέρες δουλειά. Είχαν φυσικά στη διάθεση τους και μερικά μέσα, όπως ποδοκίνητες μηχανές, για να ράβουν γρηγορότερα τα παπούτσια.
Τα τσιράκια, που έκαναν βοηθητικές δουλειές, δούλευαν χωρίς αμοιβή. Μερικές φορές μόνο τους έδινε ένα συμβολικό ποσό το αφεντικό ή κάποιο χαρτζιλίκι το Σαββατοκύριακο. Κι όλα αυτά, αν ήταν υπάκουα και είχε πάει καλά ο τζίρος του μαγαζιού. Έπαιρναν όμως από τους πελάτες φιλοδωρήματα, ενώ οι καλφάδεςέπαιρναν ένα μικρό μεροκάματο.
Η κατασκευή τους ήταν εξ ολοκλήρου χειροποίητη. Δεν υπήρχαν τότε κόλλες και μηχανές. Ήταν ραφτά και καρφωτά. Για να κατασκευάσει ο τσαγκάρης αγόραζε το δέρμα. Τα δέρματα ήταν δύο ειδών, τα ψιλά που τα χρησιμοποιούσε για το πάνω μέρος του παπουτσιού και τα χοντρά, με τα οποία εφτιανε το κάτω μέρος, τις σόλες δηλαδή.
Όταν ερχόταν ο πελάτης για να παραγγείλει ένα ζευγάρι παπούτσια, τον έβαζε ο τσαγκάρης να πατήσει πάνω σ’ ένα χοντρό πετσί κι μ’ ένα μολύβι, που το σάλιωνε προηγουμένως ζωγράφιζε το πέλμα του.


Παγωτατζής
Ποιος είναι και με τι ασχολείται; κατασκευάζει φυσικό παγωτά χρησιμοποιώντας γάλα, ζάχαρη, και φρούτα ως βασικά συστατικά.

Τι εργαλεία/ εξοπλισμό χρησιμοποιεί; Αναμεικτήρες, σπάτουλες, εξοπλισμό μέτρησης, κουτάλια.

« Ο εφημεριδοπώλης »
Ο πλανόδιος εφημεριδοπώλης ήταν ο επαγγελματίας που ασκούσε το επάγγελμά του χωρίς να έχει συγκεκριμένο μαγαζί. Παραλάμβανε τις εφημερίδες από τα Πρακτορεία Διανομής Τύπου και προωθούσε την καθημερινή κυκλοφορία του ελληνικού τύπου περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης το. Τις πουλούσε στους περαστικούς ή τις άφηνε στην είσοδο των σπιτιών των μόνιμων πελατών του.


Σαμαρτζής ή σαμαράς
Μπορούσε να είναι και αλμπάνης= πεταλωτής. Παλιότερα η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων γινόταν αποκλειστικά με ζώα, εφόσον το οδικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες και η ορεινή μορφολογία του εδάφους δυσχέραινε τις μετακινήσεις. Το γαϊδούρι και το μουλάρι ήταν τα πιο διαδεδομένα μέσα μεταφοράς. Ο σαμαράς κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλατάνου τα οποία σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες το σαμάρι των ζώων ήτα απλά με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα ή αρνόμαλλο.

Αλμπάνης 
(από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής): 
Τα πέταλα ήταν κάτι σαν σιδερένια παπούτσια που τοποθετούσαν στις οπλές των αλόγων, για να μη φθαρούν και για να διατηρούν τα ζώα την ευστάθειά τους κατά τις μεταφορές, ώστε να μην γλιστράνε. (Εξάλλου, μέχρι τη δεκαετία του ’60 όλες σχεδόν οι μετακινήσεις, εργασίες κλπ. γίνονταν με ζώα). Το πετάλωμα ή καλίγωμα, από τον αυτοδίδακτο πεταλωτή, γίνονταν κάθε τρεις ή έξι μήνες. Έδενε το ζώο και με την τανάλια έβγαζε τα παλιά πέταλα, έκοβε με το μαχαίρι το νύχι που περίσσευε και το καθάριζε. Ζέσταινε τα πέταλα και τα κάρφωνε προσέχοντας ώστε το καρφί να μπει στο ξερό μέρος του ποδιού για να μην πληγωθεί το ζώο. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου.  Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.

Βαρελάς 
Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο βελανιδιάς, καρυδιάς, καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα σιδερένια στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες.





ΤΖΑΜΠΑΖΗΣ

Ο τζαμπάζης ή  τζαμπάζος λεγόταν ο έμπορος ζωντανών μεγάλων ζώων κυρίως μουλαριών, αλόγων, βοδινών. Τα ζώα αυτά ή τα αγόραζαν ή τα μεταπουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα που ήταν καλύτερα. Το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών πράξεων πραγματοποιούνταν στις ζωοπανηγύρεις και στα παζάρια όπου ο τζαμπαζής οδηγούσε τα αγορασμένα ή τραμπαρισμένα  ζώα για τελική πώληση ή νέα τράμπα (αλλαγή).
Πηγη:http://psterpnis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_9.html

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ



 
Σε λιγότερο από είκοσι ημέρες αλλάζει ο «Παλιός»  χρόνος, το 2015. Ό χρόνος που φεύγει είναι φορτωμένος με πιο παράδοξα πολιτικά γεγονότα, τα οποία επιβεβαιώνουν τον ατομοκεκρικό χαρακτήρα της νεοελλαδικής πραγματικότητας. Τα κριτήρια με τα  οποία επιλέξαμε τους τωρινούς κυβερνώντες ήταν ατομοκενρικά ή, και στην καλύτερη περίπτωση, συντεχνιακά. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τους ψυχολογικούς παράγοντες, θυμός, οργή, αγανάκτηση. Ας μην ξεχνάμε τους νεοαστούς στην πλατεία συντάγματος, τους λεγόμενους αγανακτισμένους και την ηχηρή απουσία των πραγματικά εξαθλιωμένων.
Ένας ταλαντούχος νεαρός, άεργος, μικροαστός, με λαϊκίστικη ρητορική (Α. Τσίπρας),  κατάφερε να εξαπατήσει μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος και να συγκυβερνήσει  με το ακροδεξιό μόρφωμα του Καμμένου.
Από την άλλη πλευρά είχαμε μια κουρασμένη και  φθαρμένη συγκυβέρνηση. που είχε πλήρη αδυναμία να πείσει ακόμη και για την αναγκαιότητα  ορισμένων μέτρων. Τα δύο πολιτικά σχήματα( ΠΑ.ΣΟ.Κ ΚΑΙ Ν.Δ) φορτώθηκαν όλες τις επιλογές του πολιτικού συστήματος της μεταπολεμικής Ελλάδας. Αντίθετα, η λεγόμενη ανανεωτική Αριστερά, με επικεφαλής τον Α. Τσίπρα, πρόβαλλε το καινούργιο , το άφθαρτο και το ανατρεπτικό. Στοιχεία που αγγίζουν το θυμικό κάθε πολίτη- πελάτη.
Πολλοί από εμάς, που ανδρωθήκαμε πολιτικά τα τελευταία σαράντα χρόνια, θεωρούσαμε την ελληνική εκδοχή της Αριστεράς σαν κάτι ιερό. Στην πολιτική μας συνείδηση  Αριστερός   ήταν αυτός που εξέφραζε  τις διαχρονικές αξίες της πολιτικής αρετής. Πολιτικό ήθος, αγώνας για το δίκιο και τη λευτεριά από κάθε μορφή δουλείας. Ανιδιοτέλεια, κοινωνική δικαιοσύνη, πρόοδος. Και πάνω από όλα, αγώνας για μια κοινωνία δίκαιη, με πολίτες καλλιεργημένους και αλληλέγγυους.
Δεν χρειάστηκε παρά μόνο λίγες ημέρες, από τότε που η Αριστερά πήρε την πολιτική εξουσία, για δείξει και να αποδείξει ότι αυτό που ενδιέφερε, τον αλαζόνα νεαρό πρωθυπουργό, ήταν η κατάληψη  και η διατήρηση της εξουσίας, με κάθε τρόπο.
 Αυτό το πέτυχε!.  Εκείνο όμως που πέθανε ήταν το όνειρο μας…….
  

     

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Αλέξης Μητρόπουλος: Μαφία και αριστερή αλητεία εις βάρος μου - Καθιστώ υπεύθυνο τον πρωθυπουργό.

Τα ......φιλαράκια  



Ο Αλέξης Μητρόπουλος, άξιος επιστήμονας, θεωρείται ο πιο προνομιούχος Έλληνας, αφού έτυχε μιας πρωτοφανούς προνομιακής μεταχείρισης από όλα τα τηλεοπτικά κανάλια, ιδίως από τα λεγόμενα πρωινάδικα. Για δέκα και πλέον χρόνια φιλοξενείται , καθημερινά σχεδόν σε πολλές τηλεοπτικές εκπομπές, οι οποίες απευθύνονται  σε πελάτες- τηλεθεατές. Βασικός  πρωταγωνιστής ο Αλέξης Μητρόπουλος. Κι ενώ υποτίθεται ότι καλούσαν για τεχνικά- ειδικά θέματα,  η συζήτηση αποκτούσε μελοδραματικό χαρακτήρα. Έτσι ο ταλαντούχος «εργατολόγος» απέκτησε τεράστια πελατεία, η οποία εξελίχθηκε σε εκλογική.
Ο κ καθηγητής, υπήρξε για πολλά χρόνια ΠΑΣΟΚ. Από το ΠΑΣΟΚ αποχώρησε τον Νοέμβρη του 2009, επειδή η τότε κυβέρνηση αρνήθηκε( πολύ σωστά, κατά τη γνώμη μου) να μονιμοποιήσει τους 50.000 ρουσφετολογηθέντες στα προγράμματα κατάρτισης Stage .Από τότε συμπορεύτηκε με τον λαϊκισμό  του ΣΥΡΙΖΑ. Καθημερινά είχε στασίδι σε όλα τα πρωινάδικα, ιδίως στον αρχιερέα του λαϊκισμού. Γ. Αυτιά.  Στις τελευταίες εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τον έβαλε υποψήφιο και από τότε άρχισε να ασκεί έντονη κριτική.
Όταν πολλοί από τους απλούς πολίτες( μεταξύ αυτών και εγώ) είχαμε αντιληφθεί τον τυχοδιωκτισμό του ΣΥΡΙΖΑ, ο εκλεκτός του Τσίπρα μιλούσε  για ΣΥΣΑΧΘΕΙΑ!.   Τώρα λοιπόν που διαπίστωσε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συνειδητά εξαπατά τους δυστυχείς νεοέλληνες, είναι αργά. Φαίνεται πως τα κακομαθημένα παιδιά των ΣΥΡΙΖΟΑΝΕΛ δεν αντέχουν την κριτική γι αυτό  οι  σύντροφοι του λαϊκισμού «σφάζονται».
Η ένταση στις σχέσεις τους αποτυπώνεται στις χθεσινές (4/12/2015) δηλώσεις του Α. Μητρόπουλου, τις οποίες παρουσιάζω.  
Σε λίγες μέρες (16-12-2015) εκδικάζεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Β’ Τμήμα) η αναίρεση του Δημοσίου και η δική μου κατά της υπ’αριθ. 3792/2015 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε ακυρώσει το μεγαλύτερο τμήμα του προστίμου που μου είχε επιβάλλει η Δ’ ΔΟΥ για ποσό που είχε εισπράξει το γραφείο μου (όχι εγώ προσωπικά) στο εξωτερικό το έτος 1999, είχε επαναπατρισθεί με το άρθρο 38 του ν. 3259/2004 («νόμος Αλογοσκούφη») και είχε αποδοθεί σε τρίτους δικαιούχους εις εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων.
Με το υπ’αριθ.πρωτ. Δ12.Α1115972/ΕΞ.2013/18.7.2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος (τμήμα Α΄), το Υπουργείο Οικονομικών είχε αποφανθεί ότι το ποσό αφορούσε νόμιμο επαναπατρισμό κεφαλαίων εκ του εξωτερικού.
Εξάλλου, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ’αριθ. 525/23-3-2015 Γνωμοδότησή του (Β’ Τμήμα), μετά από ερώτημα της κας Κατερίνας Σαββαΐδου, πρώην Γενικής Γραμματέως της ΓΓΔΕ, είχε αποφανθεί ότι η υπόθεση έτους 1999 είχε προ πολλών ετών παραγραφεί.

Υπαναχώρηση από τις ιδεολογικές αρχές και προδοσία των οραμάτων του λαού μας δικαιολογώ στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, μεθόδους «μαφίας» και αριστερής αλητείας δεν θα ανεχθώ, έστω κι αν χρειαστεί να πεθάνω.
Δηλώνω πως θα συνεχίσω να προβάλλω τις απόψεις μου και να ασκώ κριτική στην εθνοκτόνα και κοινωνιοκτόνα ασκούμενη μνημονιακή πολιτική, όπως έπραξα πάντα, από όταν φυλακίστηκα και βασανίστηκα στη χούντα μέχρι και σήμερα.
Για το σχέδιο πολιτικής μου εξόντωσης και σπίλωσής μου, στο οποίο μετέχουν υπάλληλοι Οικονομικών Υπηρεσιών και Αρχών, έχω ενημερώσει σχετικά τον Μακαριότατο Πάσης Ελλάδος κ.κ.Ιερώνυμο.
Καλώ τους κ.κ. Υπουργό Δικαιοσύνης κ.Νίκο Παρασκευόπουλο και Υπουργό Καταπολέμησης της Διαφθοράς κ.Δημήτρη Παπαγγελόπουλο να δώσουν στη δημοσιότητα τον χαλκευμένο φορολογικό φάκελο σε βάρος μου.
Καλώ τον αξιότιμο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προεχόντος ως νομικό και άνθρωπο, να με προστατεύσει.
Καθιστώ τον πρωθυπουργό κ.Αλέξη Τσίπρα υπεύθυνο για ό,τι έχει σχεδιαστεί και εκτελείται σε βάρος μου.
Αθήνα 4 Δεκεμβρίου 2015
ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ