Ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους επιβλήθηκε από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στο Νομάρχη Θεσσαλονίκης Π. Ψωμιάδη, για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος . Η υπόθεση αφορά σε μειώσεις προστίμων (από 89000 € σε 5000 € ),που είχαν επιβληθεί σε πρατηριούχο της περιοχής για νοθεία καυσίμων, από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας.
Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης έγινε ύστερα από καταγγελία –αναφορά ενός υπαλλήλου της Νομαρχίας (Πρώην Προϊστάμενος Δ/σης Εμπορίου).
Με αφορμή λοιπόν την καταδίκη ενός νομάρχη και μάλιστα εκλεκτού της κυβερνητικής και τηλεοπτικής εξουσίας , τίθενται ορισμένα ερωτήματα , σχετικά με τη λειτουργία των θεσμών:
- Γιατί έπρεπε να βρεθεί ένας τολμηρός υπάλληλος για να ελεγχθούν οι προδήλως παράνομες πράξεις του νομάρχη Θεσ/κης;
- Γιατί τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας, δεν κινήθηκαν προληπτικά και κατασταλτικά για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος;
- Γιατί η κυβέρνηση της διαφάνειας και του επανιδρυμένου κράτους , μέσω του Γενικού Γραμματέα, δεν επιβάλει και πειθαρχικά μέτρα κατά του καταδικασθέντος ;
Η νοοτροπία ορισμένων αιρετών να θεωρούν την προσωρινή ιδιότητα του Νομάρχη ή του Δημάρχου ,τίτλο ιδιοκτησίας του θεσμού ,που οφείλουν να τον υπηρετούν , οδηγεί σε παράνομες πράξεις σε βάρος των πολιτών και του δημοσίου συμφέροντος.
Αντί ο καταδικασμένος νομάρχης να ζητήσει συγνώμη από τους πολίτες της Θεσ/κης και να υποβάλει την παραίτησή του , γιατί με τις πράξεις του ωφέλησε έναν επιχειρηματία και ζημίωσε τους πολίτες , αφού δεν τους προστάτεψε από τη νοθεία του ….. πενομένου πρατηριούχου, έκανε λόγο για συκοφάντες !!!
Υπάρχει απάντηση;
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
Ο ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΜΑΓΟΣ- ΜΙΑ ΑΘΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ του Γκαίτε, ο μαθητευόμενος μάγος κάλεσε τις υπερφυσικές δυνάμεις να κάνουν, για λογαριασμό του, τη δουλειά που του είχε ανατεθεί. Μια σκούπα, για παράδειγμα, έφερνε το νερό. Μα όταν το νερό πλημμύρισε τα πάντα, ο μαθητευόμενος μάγος ανακάλυψε ότι δεν είχε τρόπο να κάνει τη σκούπα να σταματήσει.
Ο δικός μας μαθητευόμενος μάγος κάλεσε, πρώτα, τις δυνάμεις της οικονομίας. Τις άφησε να παίξουν αφορολόγητες, τους πούλησε ό,τι πουλιόταν, έκανε απογραφή, έπαιξε με τα μάγια της στατιστικής, έφερε μπρος-πίσω τις αμυντικές δαπάνες και άλλαξε τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ, διέλυσε τους εισπρακτικούς μηχανισμούς που υποπτευόταν ότι δεν ελέγχει και πέρασε πέντε χρόνια ξοδεύοντας περισσότερο και εισπράττοντας λιγότερο. Ούτε που φανταζόταν πως θα έρθει μια στιγμή που τα χρέη θα μας πνίγουν, σαν τους κουβάδες του μύθου, και δεν θα μπορούμε πια να δανειστούμε- ανυπεράσπιστοι απέναντι στην πλημμύρα της ύφεσης.
Κάλεσε κατόπιν τις δυνάμεις του κόμματος. Κατέλαβαν το κράτος, επεβλήθησαν, αντιστάσεως μη ούσης, επί της δικαιοσύνης, ακύρωσαν τους εξωτερικούς του συστήματος ελέγχους και τις ανεξάρτητες αρχές, όλα στο όνομα της διάλυσης του «συστήματος ΠΑΣΟΚ». Τα σκάνδαλα άρχισαν να αδειάζουν υποκλοπές, ομόλογα κι άλλα βρομόνερα στα υπόγεια. Αλλά δεν έδινε σημασία. Όλα του συγχωρούνταν. Κι ούτε που του περνούσε από τον νου πως θα ερχόταν μια μέρα που όλη η θάλασσα του Άθω θα πλημμύριζε το Μέγαρό του με μαύρα συμβόλαια και κατάμαυρους λογαριασμούς.
Τέλος, ο μικρός μάγος αποφάσισε να παίξει τον μεταρρυθμιστή της παιδείας. Άρχισε μια μεταρρύθμιση στα τυφλά, την άφησε στα μισά κι έπαιζε κλέφτες κι αστυνόμους με τα άγρια παιδιά, για να τρομάζει η πολύτιμη μεσαία τάξη και να συσπειρώνεται γύρω από τον μάγο-κυβερνήτη και τους πραίτορες του. Κι ούτε που είχε σκεφτεί πως θα ερχόταν μια νύχτα, που ένας πραίτορας θα δολοφονούσε ένα παιδί αυτής της μεσαίας τάξης και η οργή θα ξεχείλιζε στους δρόμους, όπως τα νερά που κουβαλούσε η εκτός ελέγχου σκούπα του παραμυθιού. Και που η περίφημη μεσαία τάξη θα έβλεπε τη βιτρίνα της ζωής της να θρυμματίζεται και ο θυμός της θα στρεφόταν όχι εναντίον του παιδιού με την πέτρα, αλλά εναντίον του ίδιου του μαθητευόμενου μάγου, με τα επιπόλαια και επικίνδυνα μαγικά του. Στο ποίημα του Γκαίτε, ο μαθητευόμενος τρέχει, εν τέλει, στον αληθινό μάγο και του ζητά να θέσει αυτός υπό έλεγχο τις δυνάμεις που είχε καλέσει. Στη δική μας περίπτωση, όμως, μάγος δεν υπάρχει.
Ό,τι κάνουμε, μόνοι μας
Του Παύλου Τσίμα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 9 Δεκεμβρίου 2008
Ο δικός μας μαθητευόμενος μάγος κάλεσε, πρώτα, τις δυνάμεις της οικονομίας. Τις άφησε να παίξουν αφορολόγητες, τους πούλησε ό,τι πουλιόταν, έκανε απογραφή, έπαιξε με τα μάγια της στατιστικής, έφερε μπρος-πίσω τις αμυντικές δαπάνες και άλλαξε τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ, διέλυσε τους εισπρακτικούς μηχανισμούς που υποπτευόταν ότι δεν ελέγχει και πέρασε πέντε χρόνια ξοδεύοντας περισσότερο και εισπράττοντας λιγότερο. Ούτε που φανταζόταν πως θα έρθει μια στιγμή που τα χρέη θα μας πνίγουν, σαν τους κουβάδες του μύθου, και δεν θα μπορούμε πια να δανειστούμε- ανυπεράσπιστοι απέναντι στην πλημμύρα της ύφεσης.
Κάλεσε κατόπιν τις δυνάμεις του κόμματος. Κατέλαβαν το κράτος, επεβλήθησαν, αντιστάσεως μη ούσης, επί της δικαιοσύνης, ακύρωσαν τους εξωτερικούς του συστήματος ελέγχους και τις ανεξάρτητες αρχές, όλα στο όνομα της διάλυσης του «συστήματος ΠΑΣΟΚ». Τα σκάνδαλα άρχισαν να αδειάζουν υποκλοπές, ομόλογα κι άλλα βρομόνερα στα υπόγεια. Αλλά δεν έδινε σημασία. Όλα του συγχωρούνταν. Κι ούτε που του περνούσε από τον νου πως θα ερχόταν μια μέρα που όλη η θάλασσα του Άθω θα πλημμύριζε το Μέγαρό του με μαύρα συμβόλαια και κατάμαυρους λογαριασμούς.
Τέλος, ο μικρός μάγος αποφάσισε να παίξει τον μεταρρυθμιστή της παιδείας. Άρχισε μια μεταρρύθμιση στα τυφλά, την άφησε στα μισά κι έπαιζε κλέφτες κι αστυνόμους με τα άγρια παιδιά, για να τρομάζει η πολύτιμη μεσαία τάξη και να συσπειρώνεται γύρω από τον μάγο-κυβερνήτη και τους πραίτορες του. Κι ούτε που είχε σκεφτεί πως θα ερχόταν μια νύχτα, που ένας πραίτορας θα δολοφονούσε ένα παιδί αυτής της μεσαίας τάξης και η οργή θα ξεχείλιζε στους δρόμους, όπως τα νερά που κουβαλούσε η εκτός ελέγχου σκούπα του παραμυθιού. Και που η περίφημη μεσαία τάξη θα έβλεπε τη βιτρίνα της ζωής της να θρυμματίζεται και ο θυμός της θα στρεφόταν όχι εναντίον του παιδιού με την πέτρα, αλλά εναντίον του ίδιου του μαθητευόμενου μάγου, με τα επιπόλαια και επικίνδυνα μαγικά του. Στο ποίημα του Γκαίτε, ο μαθητευόμενος τρέχει, εν τέλει, στον αληθινό μάγο και του ζητά να θέσει αυτός υπό έλεγχο τις δυνάμεις που είχε καλέσει. Στη δική μας περίπτωση, όμως, μάγος δεν υπάρχει.
Ό,τι κάνουμε, μόνοι μας
Του Παύλου Τσίμα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 9 Δεκεμβρίου 2008
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009
ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Νικου Γ. Ξυδακη. Καθημερινή 25/1/2009
Πριν από τέσσερις-πέντε δεκαετίες, όχι και τόσο παλιά δηλαδή, η φτωχή Ελλάδα υποδεχόταν το τουριστικό της θαύμα, αθώα και ειδυλλιακή. Ηταν η επιτομή της γραφικότητας, η χαρά του ανθρωπολόγου. Στα χωριά εδέσποζαν ο χωροφύλακας και ο παπάς, οι δημογέροντες του καφενείου, παιδιά κουρεμένα γουλί, γυναίκες ακαθορίστου ηλικίας με μαντίλες. Οι άνδρες άφαντοι· τους είχε καταπιεί η μετανάστευση.
Σταδιακά, οι άνδρες σταμάτησαν να μεταναστεύουν στη Γερμανία, την Αυστραλία, την Αμερική, οι δουλειές αβγάτιζαν στην ντόπια ανοικοδόμηση και στον τουρισμό, η αστυφιλία ερήμωσε τους δημογεροντικούς καφενέδες και γέμισε τα δυάρια και τριάρια, οι επήλυδες πρώην αγρότες ανακάλυψαν νέα επαγγέλματα: θυρωροί, κλητήρες, ψιλικατζήδες, λαχειοπώλες, τρικυκλατζήδες, μπακαλόγατοι – ό,τι σήμερα ονομάζεται ευσχήμως γραφειοκρατία και παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών. Η ύπαιθρος ερήμωσε, οι μπαξέδες έγιναν χέρσα αγροτεμάχια, τα χορτολιβαδικά μεταλλάχθηκαν σε οικόπεδα, η τηλεόραση εκσυγχρόνισε τα ήθη και ισοπέδωσε τις ντοπιολαλιές, το ουίσκι των επιδοτήσεων παραμέρισε το τσίπουρο και τα στυφόκρασα.
Παρομοίως, στα άστεα, δηλαδή στο ένα και τεράστιο Αστυ. Οι καφενέδες με πρέφα και ντεμπισίρι αντικαταστάθηκαν από καφετέριες φραπέ και φρέντο, οι δρομίσκοι ξεχείλισαν Ι.Χ. με δόσεις, οι λουτρομπιντέδες του Μάριου Χάκκα έγιναν τζακούζι σε αποικίες από μεζονέτες, η Ελλάς έπλεε πλησίστιος στη νεωτερικότητα των ευρωπαϊκών πακέτων.
Επιδοτούμενη ευημερία και εκσυγχρονισμός. Με ευρωπαϊκό χρήμα, με δανεικό χρήμα, με μαύρο χρήμα, με μαύρη εργασία μεταναστών. Μεταναστών; Ναι, η Ελλάδα εισάγει πια μετανάστες· οι γειτονικές χώρες, και οι πιο μακρινές, στέλνουν ανθρώπους πολύ φτωχούς, φτωχότερους από τους Ελληνες. Οι φτωχοί μετανάστες προσφέρουν άφθονη μαύρη εργασία, φτηνή, που μπαλώνει τρύπες και καλύπτει αδυναμίες. Η Ελλάς ευημερεί και με αυτούς, ξεκοκκαλίζοντας επιδοτήσεις, μαύρο χρήμα, αποταμιεύσεις, εφάπαξ, οικόπεδα, δάνεια και κυμαινόμενο επιτόκια... Χωρίς να το καταλάβει, τα έχει φάει όλα, ξεπουλάει έπιπλα και ασημικά, δανείζεται κι άλλο, κι άλλο... Και – Και ύστερα ήρθε η κρίση. Σαν θύελλα. Οικονομική, κοινωνική, πολιτική, συστημική. Οι πόλεις ξεχείλισαν μετανάστες και πρόσφυγες, απόκληρους και πρεζάκια, ζητιάνους και παιδιά των φαναριών· η νομαδική φτώχεια δεν κρύβεται. Μαζί της αναδύεται και η νέα φτώχεια των ιθαγενών· οι μεγαλωμένοι με υποσχέσεις ευημερίας αντικρίζουν ένα περίκλειστο σύμπαν που όταν δεν τους αποκλείει στις παρυφές με τους γκασταρμπάιτερ, τους στριμώχνει σε τόσες δα χαραμάδες, στη χαραμάδα του βασικού μισθού, στην υπερεργασία, στην επισφάλεια, στον δανεισμό. Στη διάψευση.
Διάψευση. Το 2009, τα ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου, της επιχειρηματικότητας, μιας οποιασδήποτε κινητικότητας, τέλος πάντων, έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, μονίμως στο Off. Kαι οι σκάλες είναι κατειλημμένες από τέκνα, σόγια και ημετέρα πελατεία. Η πανεπιστημιακή μόρφωση, αποκτημένη με κόπο και χρήμα, πτυχίο, μάστερ, διδακτορικό, δεν ενεργοποιεί το ασανσέρ, τα βιογραφικά σωριάζονται σε συρτάρια και mailbox, δεν ανοίγουν θύρες· οι θύρες μισανοίγουν μόνο με μέσον.
Οποιος βγαίνει «έξω», πανεπιστημιακός μετανάστης, αν πετύχει καλές σπουδές και ειδίκευση, θα βρει μια καλή δουλειά, ανάλογη των προσόντων του. Δεν γυρνάει. Αν γυρίσει, τραβιέται σε άσκοπα ίντερβιου, απογοητεύεται, ξαναφεύγει. Ή μισοβολεύεται, μένει, και σιχτιρίζει.
Γυρνάω το βλέμμα στα ’80s. Εως τότε, το πτυχίο οδηγούσε σε μια δουλειά, ένα επάγγελμα, μια καριέρα. Υπήρχε ένας στοιχειώδης παραγωγικός ιστός, ο αγροτικός τομέας δεν είχε αποδιαρθρωθεί εντελώς, ο τουρισμός και η οικοδομή πρόσφεραν θέσεις εργασίας και εισόδημα, οι υπηρεσίες είχαν περιθώρια ανάπτυξης. Οι νέοι μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι επέστρεφαν στις επαρχίες τους και πρόκοβαν, ζούσαν καλύτερα απ’ ό,τι στην Αθήνα. Μια μειοψηφία μόνο επιθυμούσε να μπει στο Δημόσιο και να πορευτεί με τους γλίσχρους μισθούς του· το επέλεγαν φιλόλογοι, φυσικομαθηματικοί και γυμναστές, ίσως και μερικοί των οικονομικών· όλοι οι άλλοι αναζητούσαν τύχη στο ελεύθερο επάγγελμα και στον ιδιωτικό τομέα.
Από το ’90 και μετά, εκλείπει και αυτή η δυνατότητα. Η υπερπροσφορά μαύρης, φτηνής εργατικής δύναμης από τα πλήθη των μεταναστών, η επέλαση της χρηματοπιστωτικής οικονομίας και των ιδιωτικοποιήσεων, η απίσχνανση παραδοσιακών παραγωγικών δομών, η κατίσχυση ενός άπληστου καταναλωτικού ήθους, η απαξίωση των πτυχίων και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου, η υπερσυγκέντρωση στις κατασκευές και στο εμπόριο, όλα μαζί προκαλούν κατάρρευση των μικρομεσαίων στρωμάτων. Καταρρέουν οι υλικές προϋποθέσεις, καταρρέει ο ορίζοντας προσδοκιών, καταρρέει το πλαίσιο αξιών. Τα γράμματα δεν οδηγούν στα άρματα: όχι άνοδο και πλούτο, αλλά ούτε καν μια ήσυχη θεσούλα δεν προσφέρουν.
Εως πρόσφατα, όσοι πήγαιναν «έξω» ονειρευόντουσαν το εδώ, την πατρίδα, τη σωματική σχέση με την εστία, τη φύση, την οικογένεια και τους φίλους. Επέστρεφαν. Και μαζί έφερναν το δυναμικό τους, τη γνώση του έξω, τον κοσμοπολιτισμό μαζί με έναν υγιή πατριωτισμό. Οχι πια. Οσοι πάνε έξω για κάτι παραπάνω από μονοετές μάστερ σε βρετανική φάμπρικα, είπαμε: Μένουν εκεί. Και νοσταλγούν την Ελλάδα ως τόπο διακοπών, ως γραφικότητα.
Πολύ περισσότερο: Τώρα ακούω όλο και συχνότερα τους ίδιους τους νέους να θέλουν να φύγουν και να μην ξαναγυρίσουν. Και οι γονείς τους τι κάνουν; Τους συμπαραστέκονται. Εξάγουμε μυαλά, τα καλύτερα μυαλά, τον ανθό της ελληνικής κοινωνίας. Ξαναγυρνάμε ειρωνικά και τραγικά, αντεστραμμένα, στο ’50 και το ’60, μείον την ελπίδα: στη γραφικότητα μιας χώρας γερόντων και δημογερόντων, χωρίς μυαλά, χωρίς νιότη. Η Ελλάδα του 2020 δείχνει από τώρα το πρόσωπό της: χωροφύλακες, θυρωροί, σεκιούριτι, ντελίβιρι, λιμενοφύλακες, τσιτσερόνε, γκαρσόνια, ημιαπασχολούμενοι, χασομεράνε σε απέραντα καφενεία μη καπνιστών. Είναι το ίζημα του ελληνισμού. Ο αφρός βρίσκεται στη Διασπορά.
Πριν από τέσσερις-πέντε δεκαετίες, όχι και τόσο παλιά δηλαδή, η φτωχή Ελλάδα υποδεχόταν το τουριστικό της θαύμα, αθώα και ειδυλλιακή. Ηταν η επιτομή της γραφικότητας, η χαρά του ανθρωπολόγου. Στα χωριά εδέσποζαν ο χωροφύλακας και ο παπάς, οι δημογέροντες του καφενείου, παιδιά κουρεμένα γουλί, γυναίκες ακαθορίστου ηλικίας με μαντίλες. Οι άνδρες άφαντοι· τους είχε καταπιεί η μετανάστευση.
Σταδιακά, οι άνδρες σταμάτησαν να μεταναστεύουν στη Γερμανία, την Αυστραλία, την Αμερική, οι δουλειές αβγάτιζαν στην ντόπια ανοικοδόμηση και στον τουρισμό, η αστυφιλία ερήμωσε τους δημογεροντικούς καφενέδες και γέμισε τα δυάρια και τριάρια, οι επήλυδες πρώην αγρότες ανακάλυψαν νέα επαγγέλματα: θυρωροί, κλητήρες, ψιλικατζήδες, λαχειοπώλες, τρικυκλατζήδες, μπακαλόγατοι – ό,τι σήμερα ονομάζεται ευσχήμως γραφειοκρατία και παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών. Η ύπαιθρος ερήμωσε, οι μπαξέδες έγιναν χέρσα αγροτεμάχια, τα χορτολιβαδικά μεταλλάχθηκαν σε οικόπεδα, η τηλεόραση εκσυγχρόνισε τα ήθη και ισοπέδωσε τις ντοπιολαλιές, το ουίσκι των επιδοτήσεων παραμέρισε το τσίπουρο και τα στυφόκρασα.
Παρομοίως, στα άστεα, δηλαδή στο ένα και τεράστιο Αστυ. Οι καφενέδες με πρέφα και ντεμπισίρι αντικαταστάθηκαν από καφετέριες φραπέ και φρέντο, οι δρομίσκοι ξεχείλισαν Ι.Χ. με δόσεις, οι λουτρομπιντέδες του Μάριου Χάκκα έγιναν τζακούζι σε αποικίες από μεζονέτες, η Ελλάς έπλεε πλησίστιος στη νεωτερικότητα των ευρωπαϊκών πακέτων.
Επιδοτούμενη ευημερία και εκσυγχρονισμός. Με ευρωπαϊκό χρήμα, με δανεικό χρήμα, με μαύρο χρήμα, με μαύρη εργασία μεταναστών. Μεταναστών; Ναι, η Ελλάδα εισάγει πια μετανάστες· οι γειτονικές χώρες, και οι πιο μακρινές, στέλνουν ανθρώπους πολύ φτωχούς, φτωχότερους από τους Ελληνες. Οι φτωχοί μετανάστες προσφέρουν άφθονη μαύρη εργασία, φτηνή, που μπαλώνει τρύπες και καλύπτει αδυναμίες. Η Ελλάς ευημερεί και με αυτούς, ξεκοκκαλίζοντας επιδοτήσεις, μαύρο χρήμα, αποταμιεύσεις, εφάπαξ, οικόπεδα, δάνεια και κυμαινόμενο επιτόκια... Χωρίς να το καταλάβει, τα έχει φάει όλα, ξεπουλάει έπιπλα και ασημικά, δανείζεται κι άλλο, κι άλλο... Και – Και ύστερα ήρθε η κρίση. Σαν θύελλα. Οικονομική, κοινωνική, πολιτική, συστημική. Οι πόλεις ξεχείλισαν μετανάστες και πρόσφυγες, απόκληρους και πρεζάκια, ζητιάνους και παιδιά των φαναριών· η νομαδική φτώχεια δεν κρύβεται. Μαζί της αναδύεται και η νέα φτώχεια των ιθαγενών· οι μεγαλωμένοι με υποσχέσεις ευημερίας αντικρίζουν ένα περίκλειστο σύμπαν που όταν δεν τους αποκλείει στις παρυφές με τους γκασταρμπάιτερ, τους στριμώχνει σε τόσες δα χαραμάδες, στη χαραμάδα του βασικού μισθού, στην υπερεργασία, στην επισφάλεια, στον δανεισμό. Στη διάψευση.
Διάψευση. Το 2009, τα ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου, της επιχειρηματικότητας, μιας οποιασδήποτε κινητικότητας, τέλος πάντων, έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, μονίμως στο Off. Kαι οι σκάλες είναι κατειλημμένες από τέκνα, σόγια και ημετέρα πελατεία. Η πανεπιστημιακή μόρφωση, αποκτημένη με κόπο και χρήμα, πτυχίο, μάστερ, διδακτορικό, δεν ενεργοποιεί το ασανσέρ, τα βιογραφικά σωριάζονται σε συρτάρια και mailbox, δεν ανοίγουν θύρες· οι θύρες μισανοίγουν μόνο με μέσον.
Οποιος βγαίνει «έξω», πανεπιστημιακός μετανάστης, αν πετύχει καλές σπουδές και ειδίκευση, θα βρει μια καλή δουλειά, ανάλογη των προσόντων του. Δεν γυρνάει. Αν γυρίσει, τραβιέται σε άσκοπα ίντερβιου, απογοητεύεται, ξαναφεύγει. Ή μισοβολεύεται, μένει, και σιχτιρίζει.
Γυρνάω το βλέμμα στα ’80s. Εως τότε, το πτυχίο οδηγούσε σε μια δουλειά, ένα επάγγελμα, μια καριέρα. Υπήρχε ένας στοιχειώδης παραγωγικός ιστός, ο αγροτικός τομέας δεν είχε αποδιαρθρωθεί εντελώς, ο τουρισμός και η οικοδομή πρόσφεραν θέσεις εργασίας και εισόδημα, οι υπηρεσίες είχαν περιθώρια ανάπτυξης. Οι νέοι μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι επέστρεφαν στις επαρχίες τους και πρόκοβαν, ζούσαν καλύτερα απ’ ό,τι στην Αθήνα. Μια μειοψηφία μόνο επιθυμούσε να μπει στο Δημόσιο και να πορευτεί με τους γλίσχρους μισθούς του· το επέλεγαν φιλόλογοι, φυσικομαθηματικοί και γυμναστές, ίσως και μερικοί των οικονομικών· όλοι οι άλλοι αναζητούσαν τύχη στο ελεύθερο επάγγελμα και στον ιδιωτικό τομέα.
Από το ’90 και μετά, εκλείπει και αυτή η δυνατότητα. Η υπερπροσφορά μαύρης, φτηνής εργατικής δύναμης από τα πλήθη των μεταναστών, η επέλαση της χρηματοπιστωτικής οικονομίας και των ιδιωτικοποιήσεων, η απίσχνανση παραδοσιακών παραγωγικών δομών, η κατίσχυση ενός άπληστου καταναλωτικού ήθους, η απαξίωση των πτυχίων και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου, η υπερσυγκέντρωση στις κατασκευές και στο εμπόριο, όλα μαζί προκαλούν κατάρρευση των μικρομεσαίων στρωμάτων. Καταρρέουν οι υλικές προϋποθέσεις, καταρρέει ο ορίζοντας προσδοκιών, καταρρέει το πλαίσιο αξιών. Τα γράμματα δεν οδηγούν στα άρματα: όχι άνοδο και πλούτο, αλλά ούτε καν μια ήσυχη θεσούλα δεν προσφέρουν.
Εως πρόσφατα, όσοι πήγαιναν «έξω» ονειρευόντουσαν το εδώ, την πατρίδα, τη σωματική σχέση με την εστία, τη φύση, την οικογένεια και τους φίλους. Επέστρεφαν. Και μαζί έφερναν το δυναμικό τους, τη γνώση του έξω, τον κοσμοπολιτισμό μαζί με έναν υγιή πατριωτισμό. Οχι πια. Οσοι πάνε έξω για κάτι παραπάνω από μονοετές μάστερ σε βρετανική φάμπρικα, είπαμε: Μένουν εκεί. Και νοσταλγούν την Ελλάδα ως τόπο διακοπών, ως γραφικότητα.
Πολύ περισσότερο: Τώρα ακούω όλο και συχνότερα τους ίδιους τους νέους να θέλουν να φύγουν και να μην ξαναγυρίσουν. Και οι γονείς τους τι κάνουν; Τους συμπαραστέκονται. Εξάγουμε μυαλά, τα καλύτερα μυαλά, τον ανθό της ελληνικής κοινωνίας. Ξαναγυρνάμε ειρωνικά και τραγικά, αντεστραμμένα, στο ’50 και το ’60, μείον την ελπίδα: στη γραφικότητα μιας χώρας γερόντων και δημογερόντων, χωρίς μυαλά, χωρίς νιότη. Η Ελλάδα του 2020 δείχνει από τώρα το πρόσωπό της: χωροφύλακες, θυρωροί, σεκιούριτι, ντελίβιρι, λιμενοφύλακες, τσιτσερόνε, γκαρσόνια, ημιαπασχολούμενοι, χασομεράνε σε απέραντα καφενεία μη καπνιστών. Είναι το ίζημα του ελληνισμού. Ο αφρός βρίσκεται στη Διασπορά.
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009
ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ
Aργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει το χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο “ι”
αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,
που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να χτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα, για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει το χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο “ι”
αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,
που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να χτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα, για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ
1893. Πρώτη του Δεκέμβρη και κι ο Χαρίλαος Τρικούπης εκστομίζει στη Βουλή την ιστορική φράση "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν".
Στα 113 χρόνια που ακολουθούν οιπρωθυπουργοί της Ελλάδος διαχειρίζονται την φτώχεια μας με μεγαλύτερη ... φαντασία.
Εσωτερικοί και εξωτερικοί δανεισμοί, ελλείμματα, κόκκινα ταμεία, καμμένη γη, φως στο βάθος του τούνελ, υποτιμήσεις νομισμάτων και νοημοσύνης, δημιουργική λογιστική κι επιτηρήσεις.
Κι αυτή η ρημάδα η οικονομία να ντοπάρεται (λες και παίρνει ληγμένα) και να μας τάζει διαρκώς πως θα ορθοποδήσει. Και μεις -μπλεγμένοι για τα καλά πια στα γρανάζιά της- να εκχωρούμε κομμάτια από την λιγοστή ποιότητά της ζωής μας, ποντάροντας στο μέλλον, που χαμογελά σαρδόνια.
Σαν παίκτες σε καζίνο που ακούνε τις στατιστικές αλλά ακολουθούν τον εθισμό τους.
"Επειδή δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα να υποτιμηθεί, υποτιμάται διαρκώς η ποιότητα της ζωής" είπε σε μία κρίση ειλικρίνειας προχθές ανώτατος οικονομικός παράγων.
Απο το ιστολογιο oistros
Είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να πράξει τα αυτονόητα:
Περιστολή των δαπανών και αύξηση των εσόδων.
Πρέπει να πέρνουμε μέτρα όταν μας το επιτρέπουν οι δημοσκοπήσεις; ή περιμένουμε το Δ.Ν.Τ.;
Στα 113 χρόνια που ακολουθούν οιπρωθυπουργοί της Ελλάδος διαχειρίζονται την φτώχεια μας με μεγαλύτερη ... φαντασία.
Εσωτερικοί και εξωτερικοί δανεισμοί, ελλείμματα, κόκκινα ταμεία, καμμένη γη, φως στο βάθος του τούνελ, υποτιμήσεις νομισμάτων και νοημοσύνης, δημιουργική λογιστική κι επιτηρήσεις.
Κι αυτή η ρημάδα η οικονομία να ντοπάρεται (λες και παίρνει ληγμένα) και να μας τάζει διαρκώς πως θα ορθοποδήσει. Και μεις -μπλεγμένοι για τα καλά πια στα γρανάζιά της- να εκχωρούμε κομμάτια από την λιγοστή ποιότητά της ζωής μας, ποντάροντας στο μέλλον, που χαμογελά σαρδόνια.
Σαν παίκτες σε καζίνο που ακούνε τις στατιστικές αλλά ακολουθούν τον εθισμό τους.
"Επειδή δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα να υποτιμηθεί, υποτιμάται διαρκώς η ποιότητα της ζωής" είπε σε μία κρίση ειλικρίνειας προχθές ανώτατος οικονομικός παράγων.
Απο το ιστολογιο oistros
Είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να πράξει τα αυτονόητα:
Περιστολή των δαπανών και αύξηση των εσόδων.
Πρέπει να πέρνουμε μέτρα όταν μας το επιτρέπουν οι δημοσκοπήσεις; ή περιμένουμε το Δ.Ν.Τ.;
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
Έφυγε στις 7/1/2009 από τη ζωή η Μαρία Δημητριάδη, η ερμηνεύτρια που συνέδεσε τη φωνή της με τα έργα των Θεοδωράκη, Μικρούτσικου και Μαρκόπουλου.
Η Δημητριάδη ήταν 58 ετών . Γεννήθηκε στον Ταύρο, όπου τη δεκαετία του '70 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος. Μαζί με την αδελφή της, Αφροδίτη Μάνου, γνωρίζει σε πολύ νεαρή ηλικία τον Μίκη Θεοδωράκη και αρχίζει να μελετά εντατικότερα για το τραγούδι.
Η αρχή της καριέρας της
Η πρώτη της εμφάνιση στη δισκογραφία έρχεται το 1968 με την ερμηνεία της στο πασίγνωστο τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου «Ένα πρωινό η Παναγιά μου», που ακούγεται στην ταινία «Κορίτσια στον ήλιο». Το 1969 συνεργάζεται με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στον δίσκο «ο Ήλιος ο Πρώτος» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη.
Στη συνέχεια η πορεία της ταυτίζεται με το πολιτικό τραγούδι της μεταπολίτευσης. Συνεργάζεται με τον Θάνο Μικρούτσικο, στα πρώτα έργα του οποίου ήταν η βασική ερμηνεύτρια. «Πολιτικά Τραγούδια», «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι» ήταν οι δίσκοι που την καθιέρωσαν και την κατέστησαν κεντρική μορφή στις μπουάτ της Πλάκας.
Ακολουθούν «Τα λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» και «Τα Τραγούδια του αγώνα» του Μίκη Θεοδωράκη (τρίτη επανέκδοση), καθώς και η συνεργασία της με τον Μάνο Χατζηδάκι στο «Για την Ελένη» σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη. Στην 30χρονη διαδρομή της ηχογράφησε 15 προσωπικούς δίσκους και συμμετείχε σε τουλάχιστον 22 άλλους.
Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια είναι και το παρακάτω:
Στίχοι: Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη
Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο ποτάμι
Η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται.
Κι ύστερα, γιατρέ, την κάθε αυγή
την κάθε αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.
Κι ύστερα, δέκα χρόνια, γιατρέ,
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου
να δώσω στο φτωχό λαό μου,
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
Ένα κόκκινο μήλο
Την καρδιά μου.
Αντίο Μαρία
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009
ΠΕΡΙ .... ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ
Ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.
Γιατί:
-Τα ακίνητα- φιλέτα του δημοσίου θα μείνουν στην κατοχή της ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ ΑΕ.
-Ο άνεργος δεν ελπίζει ότι θα βρει δουλειά.
-Ο νέος και η νέα θα ελπίζουν για μια θέση στο δημόσιο,μέσω μιας συνέντευξης ή μιας σύμβασης μίσθωσης έργου.....
Ο συνταξιούχος θα εξακολουθεί να παίρνει 500 €.
-Ο εμποροϋπάλληλος θα εργάζεται 12 ώρες θα αμείβεται για 6 ώρες και θα ασφαλίζεται για 4 ώρες.
-Τον αγρότη θα τον προκαλούν, όταν την αυτονόητη υποχρέωση τους, για την καταβολή των επιδοτήσεων, θα την βαφτίζουν μεταρρύθμιση!.
Οι συγγενείς των ασθενών ( Πλην των βολεμένων), θα παρακαλούν τον κυβερνητικό Βουλευτή για βρει ένα χειρουργικό κρεβάτι σε νοσοκομείο του…ΕΓΩ ( Κάποτε ήταν ΕΣΥ).
Οι τηλεπαρουσιαστές θα ζητούν από τον « Μεγαλόψυχο» υπουργό υγείας ένα κρεβάτι σε κάποια εντατική…
Το εισιτήριο , για μια πανεπιστημιακή σχολή , θα συνεχίσει να κοστίζει στους γονείς ακριβά.
Η ίδρυση νέων παιδικών Σταθμών θα αποτελεί φροντίδα των των ευαγών ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Μήπως έχω άδικο;
Γιατί:
-Τα ακίνητα- φιλέτα του δημοσίου θα μείνουν στην κατοχή της ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ ΑΕ.
-Ο άνεργος δεν ελπίζει ότι θα βρει δουλειά.
-Ο νέος και η νέα θα ελπίζουν για μια θέση στο δημόσιο,μέσω μιας συνέντευξης ή μιας σύμβασης μίσθωσης έργου.....
Ο συνταξιούχος θα εξακολουθεί να παίρνει 500 €.
-Ο εμποροϋπάλληλος θα εργάζεται 12 ώρες θα αμείβεται για 6 ώρες και θα ασφαλίζεται για 4 ώρες.
-Τον αγρότη θα τον προκαλούν, όταν την αυτονόητη υποχρέωση τους, για την καταβολή των επιδοτήσεων, θα την βαφτίζουν μεταρρύθμιση!.
Οι συγγενείς των ασθενών ( Πλην των βολεμένων), θα παρακαλούν τον κυβερνητικό Βουλευτή για βρει ένα χειρουργικό κρεβάτι σε νοσοκομείο του…ΕΓΩ ( Κάποτε ήταν ΕΣΥ).
Οι τηλεπαρουσιαστές θα ζητούν από τον « Μεγαλόψυχο» υπουργό υγείας ένα κρεβάτι σε κάποια εντατική…
Το εισιτήριο , για μια πανεπιστημιακή σχολή , θα συνεχίσει να κοστίζει στους γονείς ακριβά.
Η ίδρυση νέων παιδικών Σταθμών θα αποτελεί φροντίδα των των ευαγών ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Μήπως έχω άδικο;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)