Τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 40 χρόνια από την
εγκατάσταση του Κώστα Χριστοδουλόπουλου ( δίδυμος αδελφός)στην Αθήνα.
Τέλος Φλεβάρη 1972 ο Κώστας, απόφοιτος του
εξαταξίου τότε Γυμνασίου, φεύγει 20 χρονών για την Αθήνα προκειμένου να
εργαστεί σε εργοστάσιο με τη διαμεσολάβηση της οικογένειας του θείου Θάνου
Καλογερόπουλου. Τα υπόλοιπα αδέρφια: η μεγαλύτερη σε ηλικία αδελφή Βάσω, η πιο
καλή μαθήτρια και η πλέον δραστήρια ήταν ήδη παντρεμένη και μητέρα τριών τότε
παιδιών. Ο Σωτήρης, ήταν (πέθανε το 1990) ο αδελφός που έπαιρνε τις πιο
παράτολμες αποφάσεις, βρισκόταν μετανάστης στη Δυτική τότε Γερμανία. Ο Γιώργης
( εμείς έτσι τον λέμε) βρισκόταν αναγκαστικά στο χωριό, δουλεύοντας σκληρά(17
χρόνων τότε) σε αγροτικές, οικοδομικές και γενικά ότι μεροκάματο τύχαινε. Είχε
και ο ίδιος σκοπό να φύγει, δεδομένου ότι η συνολική οικογενειακή εκμετάλλευση
σε «ποτιστικά» παραγωγικά χωράφια ήταν 2 στρέμματα! Ο γράφων είχε τότε
αποφοιτήσει από την ταχύρυθμη σχολή κτιστών του Πύργου, επομένως ήταν πτυχιούχος
τεχνίτης!, αλλά και υποψήφιος φαντάρος.
Ο Κώστας λοιπόν εργαζόμενος επίσημα από 1/3/1972,
νοίκιασε μια γκαρσονιέρα και αμέσως έβαλε στόχο την εισαγωγή του στο
Πανεπιστήμιο. Μπορεί σήμερα για ένα νέο η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο να
θεωρείται αυτονόητο, ενώ για τον Κώστα φάνταζε σαν τα θαύματα που
συμβαίνουν κάθε δυο χιλιάδες χρόνια!
Γιατί αυτός ο στόχος ήταν απραγματοποίητος;
Για οικονομικούς, κοινωνικούς και οικογενειακούς λόγους. Η οικονομική αδυναμία
δεν ήταν σχετική αλλά απόλυτη. Η οικογένεια, όχι μόνο δεν μπορούσε, αλλά
χρειαζόταν τη βοήθεια όλων μας για να επιβιώσει. Αδυναμία υπήρχε και για τα
στοιχειώδη. Η μητέρα παρά την αφειδώλευτη προσφορά της, ήταν ανήμπορη να
ταξιδέψει για την Αθήνα. Εννοείται ούτε ένα δέμα δεν είχε λάβει από το σπίτι.
Το κοινωνικό –πολιτισμικό περιβάλλον που
μεγαλώσαμε τα λέει όλα: από τα 43 πρώτα ξαδέλφια από την πλευρά του πατέρα και
μητέρας, μόνο ο Κώστας κατάφερε να περάσει στο Πανεπιστήμιο, τελειώνοντας
αρχικά το Τμήμα πολιτικών Επιστημών και αμέσως μετά το Νομικό της Νομικής
Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η εισαγωγή του Κώστα στο Πανεπιστήμιο (Σεπτέμβρης
1973) ήταν για μας όλους ένας άθλος, σαν εκείνους των μυθικών ηρώων. Έβγαλε την οικογένεια από
την εσχατιά της κοινωνικής ιεραρχίας και τη σήκωσε τόσο ψηλά, ώστε να πει ο πατέρας: «τώρα
μπορώ να κυκλοφορώ με το κεφάλι ψηλά!»
Τον Κώστα ποτέ δεν τον ακούσαμε να παραπονεθεί,
ούτε να πει ένα ωχ! Εγώ και ο Γιώργης, αλλά και η Βάσω αισθανόμαστε τυχεροί που
έχουμε έναν τέτοιο αδερφό. Με τον αγώνα του μας έδειξε ότι, εκτός από την
μαυρίλα που βιώσαμε, υπάρχει και φως! Ότι καταφέραμε το οφείλουμε κυρίως
στον Κώστα.
Αν κάποια στιγμή επιχειρήσω να ανασκάψω από την
σκόνη του χρόνου, παιδικά βιώματα ίσως να χρειαστεί να γράψω ολόκληρο
βιβλίο. Η διευκρίνιση αυτή είναι αναγκαία, προκειμένου η αναφορά τούτη να
μην αποδοθεί μόνο σε συναισθηματικούς λόγους.


