Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥ





Ο λαογράφος Δημ. Λουκάτος, στο βιβλίο του: "Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία", αναφέρει ότι οι ανοιξιάτικες γιορτές,  με μεταμφιέσεις είναι προέκταση των εορτών της Πρωτοχρονιάς, όπως τις γιόρταζαν οι Ρωμαίοι και οι Βυζαντινοί, ενώ οι απαρχές του καρναβαλιού μας οδηγούν στην αρχαία Ελλάδα.
 Σκοπός της αποκριάς είναι η μαγική υποβοήθηση της γης να βλαστήσει με την βοήθεια των χορών-πηδημάτων, των ποικίλων λαϊκών δρωμένων και των μεταμφιέσεων, με σκοπό να εξευμενίσουν τα βλαπτικά πνεύματα.
Γι’ αυτό και τα κύρια στοιχεία – γνωρίσματα του καρναβαλιού είναι οι μεταμφιέσεις και οι άσεμνες παραστάσεις, που όπως οι αρχαίες διονυσιακές γιορτές, έχουν σαν στόχο την βλάστηση και την καρποφορία της γης, που όλο τον χειμώνα βρισκόταν σε νάρκη, ενώ τώρα την Άνοιξη ανασταίνεται, μια και ανοίγει ο καιρός.

Σ’ ορισμένες περιοχές τον μεταφέρουν πάνω σε δίτροχη άμαξα που την κινούν νέοι, με τα πειράγματα και τις αισχρολογίες τους, αυτός και η ακολουθία του, θυμίζουν τον θίασο “των κωμαστών” και τα “εξ αμάξης”, των αρχαίων Αθηναίων στα κατ’ αγρούς Διονύσια, τους χόες και τα Λήναια.
Μασκαράδες: Βασικό γνώρισμα των μασκαράδων η μάσκα, θεωρείται απόγονος των αρχαίων κωμικών και σατυρικών προσωπείων που φορούσαν οι ηθοποιοί, όταν έπαιξαν κωμωδίες και σατυρικά δράματα. Οι μάσκες αυτές ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους. Στην συνέχεια οι Ρωμαίοι έφτιαξαν μάσκες που διέφεραν η μια από την άλλη και παρίσταναν διάφορους τύπους της κωμωδίας.
Οι μασκαράδες σήμερα φορώντας την μάσκα δεν αναγνωρίζονται γι’ αυτό νιώθουν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και την σοβαροφάνειά τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα, που οπωσδήποτε ούτε θα τολμούσαν να σκεφθούν χωρίς την μάσκα. Έτσι ευθυμούν και διασκεδάζουν ξεχνώντας, όπως νομίζουν, για λίγο τις έγνοιες και τα προβλήματά τους.

-Κύριο στοιχείο του καρναβαλιού είναι ο χορός: Τα χτυπήματα της γης με τα πόδια έχουν καρποφοριακή σημασία. Πολλές από τις κινήσεις τους πιστεύεται ότι ασκούν μια μαγεία ομοιοπαθητική. Οι παράδοξοι χοροί των μεταμφιεσμένων και τα ποδήματά τους, πρεσβεύει η λαογραφία, πώς παρίσταναν την διέλευση των πνευμάτων της βλάστησης.
Γαϊτανάκι: Είναι ένα παραδοσιακό παιχνίδι. Αποτελείται από ένα ψηλό στύλο, από την κορυφή του οποίου κρέμονται λωρίδες υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων. Τα παιδιά πιάνονται από μια λωρίδα και γυρνούν γύρω-γύρω από το στύλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Πιθανόν ο κυκλικός αυτός χορός να υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την χαρά στην λύπη, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από την ζωή στον θάνατο και το αντίθετο.

- Δεν νοείται καλοπέραση και αποκριά χωρίς τα φαγοπότια: Είναι και αυτά ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, τονίζει ο λαογράφος Λουκάτος.
Η τρανή αποκριά: Η καθαυτό αποκριά με τα πολλά έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς “τρανή αποκριά”, διότι τότε φθάνουν με το αποκορύφωμά τους τα φαγοπότια και τα γλέντια. Ο καθηγητής Λαογραφίας Γ. Α. Μέγας αναφέρει στο έργο: ελληνικές γιορτές και έθιμο της λαϊκής λατρείας τα εξής: όταν φθάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, οι αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων με τις επισκέψεις και προπάντων με τα πλούσια φαγοπότια με κύριο γνώρισμα τα γαλακτώδη εδέσματα. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και των ρουκετών.

Πρόσθετα στοιχεία στην περίοδο του καρναβαλιού είναι:
δ) Η θύμηση των νεκρών, που πρέπει να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στην γη – σύμφωνα πάντα με τις παραπάνω παγανιστικές αντιλήψεις – και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς. Έτσι εξηγούνται και τα Ψυχοσάββατα στην διάρκεια της αποκριάς.
-Άλλο χαρακτηριστικό  γνώρισμα της αποκριάς είναι και οι φωτιές: ανάβονται στα τρίστρατα σταυροδρόμια το βράδυ της παραμονής της 1ης Μαρτίου στην Θράκη ή το βράδυ της τελευταίας αποκριάς στην Ήπειρο και στην Δυτική Μακεδονία, έχουν καθαρτήριο, σύμφωνα με την λαογραφία, αλλά και μεταβατικό χαρακτήρα, από τον χειμώνα στην άνοιξη. Πηδούν πάνω απ’ αυτές, νέοι και γέροι, “για το καλό, όπως λένε, αλλά και για να καούν οι ψύλλοι και κάθε κακό απομεινάρι του χειμώνα. Πιθανόν και η ονομασία Τριώδιο (τρεις οδοί-δρόμοι) να προήλθε ετυμολογικά απ’ αυτές τις φωτιές στα τρίστρατα σταυροδρόμια. Ειδωλολατρική επομένως και η ονομασία αυτή και μαγική η προέλευσή της. Επίσης, φωτιές ανάβονται και στις πλατείες των χωριών ή και των πόλεων, το βράδυ “της τρανής αποκριάς” για να κάψουν τον καρνάβαλο.

-Σημαίνοντα στοιχεία της αποκριάς θεωρούνται τα κούλουμα και ο χαρταετός: Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού. Με τον όρο: κούλουμα, εννοούμε την μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας έξω στην φύση. Ο Νικόλαος Πολίτης, θεμελιωτής της ελληνικής λαογραφίας, αναφέρει ότι η λέξη «κούλουμα» είναι λατινική  και προέρχεται από το “cuuiulus” που εκτός από την σημασία του σωρού, σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρας, αλλά και τον επίλογο.
Η γιορτή λοιπόν της Καθαρής Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες ουσιαστικά αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος την Καθαρά Δευτέρα “καθαρίζουν” ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς, διότι και τέτοιου είδους λιχουδιές γεύονται μερικοί, αντί για λαγάνες, χαλβά, ελιές και πίκλες που προτιμούν οι πιο πολλοί, σαν αποτοξίνωση από τα πλούσια φαγοπότια της αποκριάς.
Απαραίτητο στοιχείο της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού, με τα ποικίλα χρώματα και σχέδια, από μικρούς και μεγάλους, πιθανόν για να πετάξουν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, μια και μπαίνει η άνοιξη και όλα, τουλάχιστον στην φύση, είναι πιο χαρούμενα λόγω της ανθοφορίας και της βελτίωσης του καιρού.


Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

ΣΩΠΑ ΜΗ ΜΙΛΑΣ....ΕΝΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΌ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ





Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!....

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Ο ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΩΡΙΜΩΝ- Ένα βαθιά αισιόδοξο μήνυμα, για όλους (νεότερους και ωριμότερους)



 Mario de Andrade, Ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μουσικολόγος από τη Βραζιλία

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα...
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά,
νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί,
γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο...
μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται...
Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα...
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν...Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ' όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με
τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...»


Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΚΡΙΣΙΑ -ΑΗ ΓΙΑΝΝΗΣ: «ΟΤΑΝ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΟΙ ΘΕΟΙ»



                         Μίκης Θεοδωράκης: για πολλά χρόνια κοντά μας
                                    





 


Ψάχνοντας στα χαρτιά μου, βρήκα ένα φύλλο από την εφημερίδα τα ΜΑΚΡΙΣΙΑ  (Ιούλιος- Σεπτέμβρης 1997), που εξέδιδε ο Σύλλογος των εν Αθήναις Μακρισαίων. Στο φύλλο αυτό , μεταξύ των άλλων, είχε φιλοξενηθεί μια αναφορά μου για τον  ταλαντούχο  και ακούραστο δημιουργό Γιάννη Τζουανόπουλο. Τα λόγια μου τότε  θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπερβολικά, όμως  στα είκοσι σχεδόν χρόνια που έχουν περάσει από τότε, η πορεία του Γιάννη Τζουανόπουλου είναι θαυμαστή και η μια επιτυχία διαδέχεται την άλλη, επομένως αισθάνομαι πλήρως δικαιωμένος. Επειδή όμως τα γραπτά μένουν, αναδημοσιεύω σήμερα το κείμενο, όπως ακριβώς δημοσιεύθηκε τότε:
ΜΑΚΡΙΣΙΑ, ΑΗ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΟΤΑΝ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΟΙ ΘΕΟΙ.  [1]
 «Θα γιορτάσουν και φέτος τούτο το καλοκαίρι οι θεοί, στο μαγευτικό χώρο με το ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη στα Μακρίσια. Θα γιορτάζουν οι θεοί, όσο θα υπάρχουν καλοκαίρια και ξωκλήσια. Θα γιορτάζουν όσο θα υπάρχουν άνθρωποι και δημιουργοί. Θα γιορτάζουν, όσο θα υπάρχει η ψυχή της γιορτής, ο δημιουργός της εκδήλωσης, ο άξιος καλλιτέχνης συμπατριώτης μας Γιάννης Τζουανόπουλος. Ο δικός μας Γιάννης, ο γνωστός στα πέρατα του οικουμενικού Ελληνισμού.
Τούτη η γιορτή είναι αλλιώτικη από τις άλλες, χωρίς φτιασιδώματα και πολυδάπανες περιττές «φορεσιές». Απλά και λιτά, όπως άλλωστε ταιριάζει στο χώρο και «αρέσει» στους  θεούς, όπως επιβάλλεται από την ανάγκη της ψυχής των Ελλήνων της Διασποράς. Ελληνικό τοπίο, ελληνικό χρώμα, ελληνική μουσική και τραγούδια, που γίνονται ύμνος- δέηση- προσευχή. Έτσι ο κόσμος μας γίνεται ένας με τον κόσμο της Διασποράς, τον Έλληνα δηλαδή που ζει και δημιουργεί στην ξενιτιά.
Ο Γιάννης Τζουανόπουλος, χρόνια τώρα, μέσα από τους στίχους, τα τραγούδια και την εκπομπή στο κρατικό ραδιόφωνο, σμίγει τούτον τον κόσμο, τον φέρνει και γιορτάζει μαζί με τους θεούς στον Αϊ Γιάννη. Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η σκοπιμότητα, το κέρδος, η συναλλαγή και το προσωπικό όφελος, τούτη η γιορτή ανεβάζει τον άνθρωπο ψηλά, τον φτάνει κοντά στους θεούς. Η μουσική αγκαλιά με του στίχους, περνώντας χώρες και ωκεανούς, φτάνει ως την πιο μακρινή γωνιά του Ελληνισμού. Τα Μακρίσια, ο Αλφειός, η Ολυμπία, η Ηλεία, η Ελλάδα ταξιδεύουν και φτάνουν στις καρδιές των ανθρώπων της ελληνικής Ομογένειας.
Ο πρεσβευτής αυτός του Ελληνισμού δεν βρίσκει πάντα την ανάλογη βοήθεια, από τους τοπικούς παράγοντες, αφού δεν πήραν την υπόθεση αυτή στα χέρια τους, αλλά περιορίζονται στα ελάχιστα. Κι ο Γιάννης, με τη μεγάλη του καρδιά, πάντα μας ευχαριστεί, ενώ στον αγώνα και στις αγωνίες του η συμμετοχή των συμπατριωτών είναι μικρή. Η τιμή και οι ευχαριστίες ανήκουν σε έναν και μόνο : στον Γιάννη Τζουανόπουλο. Σε ευχαριστούμε Γιάννη».
Στάθης. Χ. Χριστοδουλόπουλος, Μακρίσια- Ιούλιος 1997


[1] Ο τίτλος αυτός ανήκει στη γιορτή του απόδημου Ελληνισμού, που γίνεται τελευταία 23 στον Αη Γιάννη στα Μακρίσια, από τον Γιάννη Τζουανόπουλο

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ: ΑΙΤΙΟ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΛΟΥΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ





Ιδιαίτερης σημασίας και ενδιαφέροντος βρήκα την οπτική του Νίκου Ξυδάκη για την ελληνική βαθύτατη και πολυεπίπεδη κρίση. Με επουσιώδεις τροποποιήσεις αναδημοσιεύω τη διαφορετική αυτή ματιά.
"..Από την αρχή της ελληνικής κρίσης διακρίναμε τη βαθύτατα πολιτική φύση της, τα ηθικά και πνευματικά αίτια που μας οδήγησαν στο οικονομικό ρήγμα. Αλλωστε, δεν είναι μόνο ελληνική, είναι κρίση αξιακή στον πυρήνα των δημοκρατικών κρατών της Δύσης, είναι κρίση της δημοκρατίας και κρίση της πολιτικής, και είναι κρίση ανθρωπολογική, στο μέτρο που οι πολίτες–παραγωγοί εξέπεσαν σε υπερχρεωμένους πελάτες και καταναλωτές, χειραγωγούμενοι και τρομοκρατούμενοι. Στο φόντο πάντα υπέβοσκε η σύγκρουση για την κυριαρχία· η κρίση κατέδειξε τη σύγκρουση και μαζί έδειξε το αποκρουστικό πρόσωπο της ανισότητας: η διαρκώς μεγεθυνόμενη ανισότητα υπονομεύει την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά και την ιστορική μοίρα της Δύσης.
Η πνευματική παρακμή είναι φανερή και στο ελληνικό παράδειγμα, τόσο ως αίτιο όσο και ως αποτέλεσμα της συντελούμενης καταστροφής. Οι Ελληνες στον εικοστό αιώνα πέρασαν διά πυρός και σιδήρου: αλλεπάλληλοι πόλεμοι, εμφύλιοι, μαζική προσφυγιά και μαζική μετανάστευση, πτωχεύσεις. Εμειναν όρθιοι παρ’ όλ’ αυτά, επειδή ταυτόχρονα σφυρηλατούσαν ταυτότητα, συνείδηση, γλώσσα, τέχνη, πολιτικές στρατηγικές – με έναν λόγο: πολιτισμό. Λαϊκό και λόγιο, εν παραλλήλω και εν συνθέσει. Η αλληλουχία ταπεινώσεων, θριάμβων και καταστροφών έως το ’22 οδήγησε στη μεγάλη σύνθεση της γενιάς του ’30, η οποία επηρέασε βαθιά τις τέχνες και τα γράμματα στον καιρό της, αλλά κυρίως έδωσε ιδεολογικούς καρπούς στη μεταπολεμική περίοδο, όταν εσίγασαν τα τουφέκια του Εμφυλίου. Tότε, μέσα από τις στάχτες εμπεδώθηκε το λαϊκό τραγούδι, το εκ του ρεμπέτικου καταγόμενο, απενοχοποιημένο και ενωτικό, και τότε η υψηλή τέχνη της γενιάς του ’30 μπήκε στα χείλη των μαζών, ενοποιητικά και ανυψωτικά. Η άνοιξη του ’60 σηματοδότησε την εν τω βάθει αναχώνευση των αισθητικών και ιδεολογικών συνθέσεων που είχαν αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του ’20, και από αυτή την πλούσια ύλη εξακολούθησε να τρέφεται ο ελληνισμός έως και σχετικά πρόσφατα.
Εως ότου το ήθος του νεόπλουτου και του σκυλάδικου, αυτό που είχε ξεμυτίσει μες στη χουντική επταετία, ανέλαβε αυτό να ενοποιήσει τα μικροαστικά και εργατικά στρώματα με την ελίτ του πλούτου. Λίγο πριν μας χτυπήσει η καταστροφή, λαός και Κολωνάκια συναγελάζονταν εκ κραιπάλη στα ίδια διασκεδαστήρια.
 Με αυτή την πνευματική και αισθητική σκευή, με αυτή τη βιοθεωρία οικοδομούσαμε vita activa. Και το απόθεμα της γενιάς του ’30, εν τω μεταξύ, το τολμηρό ζεύγμα λαϊκού και μοντέρνου, εντόπιου και διεθνούς, εξανεμίστηκε και θάφτηκε.
Η ελληνική ιδιοπροσωπία εξέπεσε σε χυδαία αυταρέσκεια και πνευματική οκνηρία, σε ακηδία και απάθεια, σε βαθύ επαρχιωτισμό και εθελοδουλία. Πολύ πριν από την πτώχευση.
Επειδή λεφτά δεν υπάρχουν ούτε θα εμφανιστούν σύντομα και άφθονα.
Επειδή η υλική καταστροφή θα πολλαπλασιάζει τη σύγχυση και την αμάθεια, επειδή η παιδεία γίνεται πιο ταξική και από τα χρόνια του ’50,
Επειδή κανείς εξωχώριος δεν θα μας σώσει, μόνη ελπίδα είναι ένα σχέδιο πνευματικής ανασυγκρότησης απολύτως συγχρονισμένο με την ανάσχεση της ένδειας.
Χρειαζόμαστε ιδέες, ταυτότητα, σκελετό, χρειαζόμαστε σύνδεση με την παράδοση, μια επανερμηνεία που να μπολιάζει το ζοφερό παρόν, επινόηση του μέλλοντος.
Χρειαζόμαστε υπερβάσεις. Ας μην είναι σχέδιο – μεγάλες κουβέντες. Ας είναι σκέψη και πράξη, διαρκείς, αγωνιώσες. Αρετή και τόλμη".