Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Στρατής Μυριβήλης: «Το ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού»





Το σχόλιο και το κείμενο, που σήμερα επέλεξα, το βρήκα στο ιστολόγιο που στο τέλος αναφέρω .Δεν το υιοθετώ και διαφωνώ απολύτως με  τη ματιά του άξιου –κατά τα άλλα, λογοτέχνη. Αξίζει όμως να δούμε την οπτική ενός πνευματικού ανθρώπου της εποχής στο ζήτημα της εκπαίδευσης.

TOΝ περασμένο Ιούνιο συμπληρώθηκαν 45 χρόνια από την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος, Στρατής Μυριβήλης, φιλολογικό ψευδώνυμο του Μιχαήλ Σταματόπουλου, από τους σημαντικότερος Έλληνες πεζογράφος, ανήκων στην περίφημη «γενιά του ‘30», εκείνην «που πολέμησε για την ανόρθωση του ελληνισμού κατά τους βαλκανικούς πολέμους, που παρακολούθησε με πόνο την Μικρασιατική Καταστροφή και την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας».

ΜΕΡΕΣ μνήμης και στοχασμού, είπα ν’ αναδημοσίευσω σήμερα απόσπασμα από κείμενό του στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 318 της 15.03.1940, με τον τίτλο «Το ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού». Έχει, πιστεύω, πολύ ενδιαφέρον, και είναι και διαρκώς επίκαιρο…


«…ΑΝ ύστερα από ένα αιώνα αντεθνικής εκπαίδευσης σώζεται ακόμα ακμαίο και δυνατό στις βιολογικές εκδηλώσεις του το ελληνικό έθνος, το χρωστάμε στο ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού. Και εννοώ τον γνήσια αγράμματο λαό, που εξακολουθεί να μας απομένει ο μοναδικός θεματοφύλακας του εθνικού πολιτισμού, και να διατηρεί μέσα στη σοφή άγνοιά του όλα τα νήματα της φυλετικής μας συνέχειας.

ΑΝ αυτά τα εκατό χρόνια τα κατάφερναν οι δάσκαλοι να περάσουν από το ανθελληνικό τεζάχι τους όλα τα εκατομμύρια των ρωμιών, σήμερα δε θα υπήρχαμε πάνω στη γη σα φυλή με αυτοτελή φυσιογνωμία καταγωγής και πολιτισμού.

ΤΟ πανεπιστήμιο στάθηκε ο μεγάλος οχτρός της εθνικής ψυχής. Αυτό χτύπησε κατακέφαλα καθετί που ήταν η γνήσια και ατόφια κληρονομιά του γένους. Γλώσσα, ήθη και έθιμα, μουσική, χορούς, βιοτεχνία, λαϊκές τέχνες, παραδόσεις και θρύλους. Γιατί όλα αυτά τα καταδίωξε το πανεπιστήμιο με φανατισμό, με σύστημα και με πάθος, που ποτές, κανένας καταχτητής δεν τόφτασε, απ’ όσους μας τσαλαπάτησαν μέσα στην αιώνια Ιστορία μας.

ΑΠΟ κει βγήκαν και σκόρπισαν σ’ όλες τις πολιτείες, σ’ όλα τα νησιά, στα χωριά και στα βουνά και στ’ ακρογιάλια της Ελλάδας, οι φοιτητές, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι υπουργοί της παιδείας, οι καθηγητές των γυμνασίων και οι δάσκαλοι των δημοτικών σχολειών, όλοι φανατισμένοι καταλυτές της ζωντανής Ελλάδας, όλοι κήρυκες της επιστροφής προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Βρυκόλακα, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – τάφο, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Νεοελληνοφάγο.

ΚΑΜΙΑ κοροϊδία δεν ήταν αρκετή για τη γλώσσα, για τα φερσίματα, για τη ντυσιά, για τα τραγούδια, για τις παραδόσεις του αγράμματου γονιού, από μέρους του γιου του που τον έστειλε να σπουδάσει, και γύριζε από τη μια μεριά αρνητής και οχτρός κάθε παράδοσης και κάθε συνέχειας φυλετικής, κι από την άλλη οπλισμένος με το κύρος του σπουδαγμένου και με την επιβεβαίωση του τυπωμένου βιβλίου, που ακόμα πριν από λίγα χρόνια είχε το κύρος της Αγίας Γραφής, γιατί μόνο τα θρησκευτικά βιβλία έβλεπε τυπωμένα και τάκουγε στην εκκλησία ο ελληνικός λαός.

ΤΟ αρχαιόπληχτο πανεπιστήμιο όμως στάθηκε στο δρόμο του έθνους μόνο σαν άρνηση της ψυχικής ζωής. Στυλίτεψε, καταράστηκε, αφόρεσε τη γνήσια ελληνική ζωή, χτύπησε με μανιακή λύσσα όλες τις μορφές αυτής της ζωής σα μορφές βάρβαρες, όμως δεν είχε τι να προσφέρει σε αντάλλαγμα για τις αξίες που καταργούσε, έξω από μια παγωμένη γλώσσα, που έπαιζε τραμπάλα ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα και παρίστανε την αττική γλώσσα..
Πηγή: http://filoftero.blogspot.gr/
 

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ……….ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

ΗΛΕΚΤΡΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ :Μια ξεχωριστή κομμουνίστρια και Ελληνίδα !
Ηλέκτρα Αποστόλου: η αστή που θυσιάστηκε για τα ιδανικά της Αριστεράς


Εάν θέλουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει συνεχώς να έχουμε κατά νου, σαν επιδίωξη, να απαλλάξουμε τους εαυτούς μας από τα κακά «δάνεια» που έχουμε πάρει, συνειδητά ή ασυνείδητα, από τους αντιπάλους μας, από το ψευτο-αστικό καθεστώς μέσα στο οποίο ζούμε και με τους όρους του οποίου διαμορφώνουμε εν πολλοίς ή εν ολίγοις τις ιδέες, τις απόψεις και τους χαρακτήρες μας.
Είναι ανησυχητική η μεγάλη επιρροή των μικρο-αστικών συνηθειών στην αριστερή μας κουλτούρα. Ατομικισμός, εγωπάθεια, εξουσιομανία, ανταγωνισμός, ιδιοτέλεια, αλαζονεία, φθόνος, τέτοια στοιχεία μας εμποδίζουν να γίνουμε, να είμαστε, οι διαφορετικοί, αυτοί που θα αλλάξουν τον κόσμο προς το καλύτερο. Αλλά για να γίνει  η προσπάθεια αλλαγής του κόσμου, του ξεφορτώματος, δηλαδή του παλιού και χρεοκοπημένου, η δική μας βελτίωση πρέπει να είναι συνεχής και εμφανής. Όχι μόνο ως παράδειγμα που πείθει και λειτουργεί διαπλαστικά, αλλά και ως βασική προϋπόθεση άνευ της οποίας δεν θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τίποτα. Εάν εμείς, οι πρωτοστατούντες, δεν είμαστε σε μια διαρκή, συνειδητή και ανυποχώρητη διαδικασία ξεπεράσματος των προτύπων και καταλοίπων που κουβαλάμε ως πελάτες αυτού του εξαιρετικά διαβρωτικού συστήματος, με ποια προσόντα και ποια φόντα θα είμαστε σε θέση να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο, ωραιότερο, ευτυχέστερο και συνακόλουθα ομορφότερο;
Στα χρόνια της αριστερής ύφεσης, που χαρακτηρίστηκε –μεταξύ άλλων- από την υποχώρηση της θυσιαστικής και ανιδιοτελούς προσφοράς και την ενσωμάτωσή μας άμεσα ή έμμεσα, λίγο ή πολύ, εκούσια ή ακούσια, στο ατομικιστικό μοντέλο, αναπτύχθηκαν ιδέες, επιθυμίες, χαρακτήρες και τύποι συμπεριφοράς που απέχουν από την αριστερά ενός καινούργιου κόσμου, για τον οποίο αξίζει να δώσει κανείς ακόμα και τη ζωή του.
Όραμα, έργο, ποιότητα, ήθος, μόρφωση, θυσία, δικαιοσύνη, αξιοκρατία, διαφάνεια, αλληλεγγύη, σεβασμός, αντοχή, υπομονή, κατανόηση, προσφορά… Με βάση πολιτισμικά, πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά μέτρα και σταθμά πρέπει να αξιολογείται η αριστεροσύνη μας και να φιλτράρεται η αξιοπιστία μας και όχι με βάση τον παραγοντισμό, την προσκόλληση και τα προσωπικά κίνητρα: ρουσφέτι, βόλεμα, κονόμα και καταναλωτική  και ιδιοκτησιακή μανία.
Δεν λέω ότι όλα αυτά είναι κατορθωτά επειδή τα σκεφτόμαστε, τα επισημαίνουμε και τα επιθυμούμε. Δεν είμαι τόσο φαντασιόπληκτος, δεν αναζητώ το τέλειο, ούτε είμαι αλώβητος ο ίδιος. Αλλά εάν δεν τείνουμε προς αυτά, εάν δεν είναι ζητούμενα αυτά, τι κόσμο μπορούμε να εγγυηθούμε ότι θα φτιάξουμε ακόμα κι αν η τραγική καταστροφή που δημιουργεί η  κρίση, μάς δώσει την ευκαιρία να το προσπαθήσουμε;
Το πρότυπο του αριστερού-αγωνιστή, κατά τη Διδώ Σωτηρίου περιγράφεται στο «ΗΛΕΚΤΡΑ,Κέδρος,2014», με λίγα και σταράτα λόγια …..Αυτά έχει η ζωή του αγωνιστή. Νιώθει τόσο έντονα την αξία της πανανθρώπινης ευτυχίας, που στο όνομα της ζωής δέχεται να στερηθεί ο ίδιος τη ζωή….. Του μένουν η χαρά της προσπάθειας, το πάθος της δημιουργικής αλλαγής, η ρωμαλέα αγωνιστική έξαρση και η ελπίδα πως μπορεί ν΄αξιωθεί να ζήσει στον αυριανό κόσμο ή να του ρίξει έστω, μια ματιά……
Με αυτά τα αξιολογικά κριτήρια μπορούμε να μιλάμε με τέτοια ευκολία για Αριστερά και να δια-δηλώνουμε  αριστεροί;




Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Μεταπολίτευση: από το 1964 έως την κατάρρευση του 2010




Σαράντα χρόνια από τη μεταπολίτευση συμπληρώθηκαν τούτο το καλοκαίρι. Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί, αλλά το σχόλιο του δημοσιογράφου Νίκου Ξυδάκη στην Καθημερινή 27/7/2014 μου έκανε εντύπωση. Θεωρώ ότι ο δημοσιογράφος  προσεγγίζει το θέμα διαφορετικά, επιχειρώντας μια βαθύτερη ανάλυση, ασυνήθιστη για  τα δημογραφικά δεδομένα.
Παραθέτω  αυτούσιο το άρθρο με την ελπίδα ότι θα αποτελέσει αφορμή για μια άλλη προβληματική.
Μεταπολίτευση νοηματοδοτήθηκε ως τέτοια αρκετά μετά την 24η Ιουλίου 1974, όταν έπεσε η δικτατορία μαζί με την αλωθείσα Κύπρο. Ασφαλώς είναι μια μείζων διαιρετική τομή στο ιστορικό σώμα της νεότερης Ελλάδας, αλλά θα πρέπει να τη δούμε σε στενή συνάφεια με ό,τι προηγήθηκε του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Πρέπει να τη συνδέσουμε με την περίοδο 1963-67, ιδίως με το καλοκαίρι του ’65, με τις προσδοκίες και τις ματαιώσεις που σφραγίζουν την, κατά Τσίρκα, χαμένη άνοιξη. Με πολλούς τρόπους, τον Ιούλιο του ’74, και με τίμημα μια εθνική απώλεια, αποκαθίσταται μια διαθλασμένη συνέχεια με τον Ιούλιο του ’65. Ο,τι κατεστάλη, διαψεύσθηκε, ματαιώθηκε τότε, αναδύεται πάλι, μετά εννέα έτη· διαφορετικό βεβαίως αλλά εν πάση περιπτώσει δικαιωτικό.
 Η πολιτειακή αλλαγή, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, οι ελεύθερες εκλογές, ο εν γένει άνεμος ελευθερίας και πολιτικής ανεξιθρησκίας, είναι τα φανερά ιστορικά στοιχεία.

Υπογείως και υπορρήτως όμως, το διάλειμμα δεν ήταν απλώς μια χρονοανωμαλία, μια καθυστέρηση. Στα χρόνια που μεσολάβησαν ώς το ’74 αναδύθηκε εν τω μεταξύ ένα δημόσιο ήθος, μια βαθύτερη γενική συμπεριφορά που διαπότισαν το συλλογικό σώμα, υποκάτω και πέραν της συμβατικής πολιτικής. Μερικά τέτοια φαινόμενα: Η ιδιότυπη απολιτικότητα που καλλιέργησε η στάση των δικτατόρων, «αν δεν ανακατεύεσαι (=αντιστέκεσαι) δεν σε πειράζουμε»· η διάχυση πλούτου σε ανερχόμενα μεσοστρώματα και ημετέρους· τα θαλασσοδάνεια, η οικοδομή και η μαζική επέκταση του τουρισμού με μικρομεσαίες επιχειρήσεις· η εμφάνιση μεσοστρωμάτων και η μικροαστικοποίηση των εργατικών στρωμάτων, που άρχισε τη δεκαετία ’60, συνεχίστηκε απρόσκοπτα την επταετία
.
Στο πολιτιστικό πεδίο: γέννηση του ελαφρολαϊκού και εδραίωση της μπουζουκοδιασκέδασης και της «παραλίας» – αυτό να το δούμε σε αντιδιαστολή με τον έντεχνο λαϊκό πολιτισμό του προδικτατορικού ’60, και σαν πρόδρομο της γενικευμένης σκυλοπόπ από το ’80 έως σήμερα. Κομβικό σημείο: πώς έγινε η πρόσληψη των πολιτικοπνευματικών κινημάτων του ’68 στο κλειστό ελληνοχριστιανικό περιβάλλον της δικτατορίας: κυρίως αισθητικά, σαν ποπ μουσική και χίπικη εμφάνιση. Η αφομοίωση του ’68 ξεκινά ουσιαστικά με το φοιτητικό κίνημα του ’72-’73 και διαχέεται μαζικά μετά το ’74, και μάλιστα κατ’ αρχάς με τις μαοϊκές εκδοχές. Οι ελευθεριακές, ροκ και υπαρξιακές αναζητήσεις αναπτύσσονται λίγα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, αφού πρώτα πρέπει να ανατραπεί η κηδεμονία των κομματικών νεολαιών, χονδρικά το διάστημα 1977-80.
Η Μεταπολίτευση αρχίζει το 1964 και ολοκληρώνεται με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία: η Αλλαγή του 1981 είναι το έσχατο άκρο αυτής της ρωγμώδους συνέχειας. Η επόμενη τομή είναι το 1989, διττά: αφενός, διότι κλονίζεται η γραμμική διαδοχή εξουσίας με τρόπο πρωτοφανή, φέρνοντας στο προσκήνιο την ηθική κάθαρση και ενώνοντας επί τούτου τη Δεξιά με την Αριστερά· αφετέρου, κλονίζεται η κραταιά κεντροαριστερή πλειοψηφία. Αλλά εν τω μεταξύ το γενικευμένο μικρομεσαίο ήθος της έχει διαποτίσει και τη Δεξιά και την Αριστερά. Στο εξής, οι ρήτορες μιμούνται τον Ανδρέα Παπανδρέου, οι κυβερνώντες αναπαράγουν τον κορπορατισμό και το κομματικό απαράτ του ’80, η δημόσια παιδεία παράγει γλώσσα, ήθος και ελίτ στα μέτρα του μικρομεσαίου ευδαιμονισμού. Δομικό χαρακτηριστικό της περιόδου 1980-2010 είναι η ραγδαία άνοδος του ατομικισμού και παρασιτισμού, παρά τις διαρκείς επικλήσεις του λαού και του δημοσίου συμφέροντος.

Το ’89, εντούτοις, δεν ήταν μόνο εντόπιο και βρώμικο. Ηταν πρωτίστως μια ιστορική τομή πλανητικών διαστάσεων. Αυτή την αλλαγή υποδείγματος δεν τη βιώσαμε στην ώρα της, απασχολημένοι όντες με πάμπερς και δίκες. Η τομή έγινε σταδιακά αισθητή εκ του μεταναστευτικού ρεύματος και της αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια, κι επίσης επηρέασε βαθιά τη μείζονα Αριστερά, κυρίως παραλυτικά αλλά και ερεθιστικά. Στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον η Ελλάδα αντέδρασε με εσωστρέφεια και ταυτοχρόνως με αυξανόμενη εξάρτηση από την Ε.Ε.: η ένταξη στην ΟΝΕ και την Ευρωζώνη είναι στρατηγικές επιλογές σε έναν ρευστό πολυπολικό κόσμο. Φευ, η αναζητηθείσα προστασία εντός της Ευρωζώνης και το ιδεολόγημα της Ισχυρής Ελλάδος, κορυφωμένο φαντασιακά το καλοκαίρι του 2004, κατέρρευσαν με τη διεθνή κρίση του 2008. Το επόμενο ορόσημο είναι το ρήγμα του 2010, η πτώχευση, η διεθνής επιτήρηση, η συρρίκνωση της οικονομίας, και ο έκτοτε βίαιος μετασχηματισμός της κοινωνίας. Η Μεταπολίτευση τελείωσε τυπικά το 2010, με μια ιστορική ήττα ανάλογη του ’74, χωρίς καν τις προσδοκίες ανασυγκρότησης του τότε.
 

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ: ΤΟ ΓΩΝΙΑΚΟ ΜΑΓΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΥΨΗΛΟΜΙΣΘΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΧΑΜΗΛΩΝ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝΚΑΙ ΜΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ- ΑΠΟΚΛΑΥΠΤΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΟΥ


Παρά τον ηλεκτρονικό εκσυγχρονισμό των εργασιών, τα τελωνεία παραμένουν σημεία καθιερωμένων «συναλλαγών» μεταξύ εκτελωνιστών και τελωνειακών υπαλλήλων.
Για τη σημερινή γραφή είχα επιλέξει να κάνω ένα σχόλιο για τα σαράντα χρόνια της λεγόμενης Μεταπολίτευσης. Ένα όμως τηλεφώνημα από τον αδελφό μου τον Κώστα άλλαξε τη σειρά. «Το διάβασες το ρεπορτάζ της Καθημερινής για τους υπαλλήλους στα τελωνεία;». μου είπε. Όταν το διάβασα διαπίστωσα  το πόσο λάθος κάναμε όλοι εμείς που θεωρούσαμε ότι η διαφθορά σε ορισμένες είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Δεν ξέρω, δεν είδα αν στο πρωινάδικο  του Αυτιά ( τηλεόραση ΣΚΑΪ) προβλήθηκε. Αξίζει, νομίζω, να παρουσιάσω και από τούτη τη στήλη ορισμένα –χαρακτηριστικά, αποσπάσματα από το δημοσίευμα της Λίνας Γιάνναρου στην Καθημερινή27/7/2014.


 ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΥΠ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΕ ΤΕΛΩΝΕΙΟ: «ΜΟΥ ΕΒΑΖΑΝ ΛΕΦΤΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ»
Μην είσαι χαζή, πάρτα, όλοι τα παίρνουν». Πόσες φορές έχει ακούσει αυτή τη φράση, ούτε μπορεί να θυμηθεί. Ηξερε για το «γρηγορόσημο», αλλά πριν πιάσει δουλειά στο τελωνείο (σ.σ.: ένα από τα μεγαλύτερα τελωνεία της χώρας), δεν φανταζόταν την έκταση του φαινομένου. Δεν είχε ούτε μία εβδομάδα στη νέα δουλειά, όταν έγινε το πρώτο περιστατικό: «Με πλησίασαν εκτελωνιστές και μου έβαλαν λεφτά κρυφά στα χέρια. Δεν είχα κάνει κάτι σημαντικό, διεκπεραίωνα έγγραφα. Ηθελαν απλώς να τσεκάρουν αν θα μπω στο κόλπο. Αν τα έπαιρνα, θα έπεφτε σύρμα στους υπόλοιπους ότι ήμουν “δικιά τους”». Η Μ. επέστρεψε αμέσως τα χρήματα. «Τότε κατάλαβαν ότι θα έχουν πρόβλημα μαζί μου». Είχαν, όπως είχε τελικά και η ίδια μαζί τους.

Οι μαρτυρίες που εξασφάλισε και παρουσιάζει σήμερα η «Κ» προκαλούν σοκ. Για πρώτη φορά, τελωνειακοί υπάλληλοι και εκτελωνιστές μιλούν ανοιχτά για όσα απίστευτα συμβαίνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες μιας από τις πιο κρίσιμες υπηρεσίες της χώρας, τις κρατικές πύλες εισόδου και εξόδου εμπορευμάτων και αγαθών.

Το φαινόμενο του χρηματισμού των τελωνειακών υπαλλήλων βρίσκεται στη σκοτεινή πλευρά της δημόσιας διοίκησης. «Ολοι το ξέρουν, αλλά κάνουν τα στραβά μάτια» λέει στην «Κ» η Μ. που διατηρεί την ανωνυμία της για προφανείς λόγους. Ενας από τους βασικούς λόγους είναι ότι τα τελωνεία δεν είναι μια ανοικτή στο κοινό υπηρεσία. Σε επαφή με τους υπαλλήλους έρχονται σχεδόν αποκλειστικά εκτελωνιστές που λειτουργούν για λογαριασμό ιδιωτών. Κατά κανόνα, η αμοιβή των εκτελωνιστών περιλαμβάνει και το «φακελάκι» που θα δοθεί στους τελωνειακούς.

«Το “γρηγορόσημο” ήταν καθεστώς», λέει ο ίδιος που μπήκε στο επάγγελμα τη δεκαετία του ’80. «Βρήκα από τότε ένα σύστημα εντελώς αντίθετο με τις αρχές και την ηθική μου. Για τα πάντα, από μια απλή καταχώριση διασάφησης (σ.σ.: έγγραφο με το οποίο ζητείται η εκτελώνιση ενός εμπορεύματος) μέχρι μια πληρωμή, οι τελωνειακοί κρατούσαν κάποιο ποσό. Η δουλειά μου ήταν να περνάω σωστά τα εμπορεύματα, οπότε ακολούθησα το ισχύον σύστημα με το «γρηγορόσημο». Ποτέ δεν μου είπαν “δώσε για να σε εξυπηρετήσω” αλλά αν θέλανε θα σου βάζανε τρικλοποδιά».

Τριάντα χρόνια μετά, το... έθιμο τηρείται απαρέγκλιτα, αν και η κρίση έχει ρίξει τις τιμές. «Παλιότερα είχα περίπου 60-70 ευρώ έξοδα για μία εισαγωγή, τώρα 30-40 ευρώ. Για μια διασάφηση μπορεί να δώσουμε 5-10 ευρώ σε ελεγκτές και επόπτες». Σύμφωνα με τη Μ., ανάλογα με τη θέση του, ένας υπάλληλος μπορεί να βγάζει από 500 μέχρι 7.000 ευρώ τον μήνα από “γρηγορόσημα”. Ωστόσο, ο απλός υπάλληλος που έβγαζε πριν από λίγα χρόνια 3.000 ευρώ τον μήνα, σήμερα μπορεί να μη βγάζει πάνω από 500 ευρώ. Ενας επόπτης, αντίστοιχα, από τα 15.000 ευρώ τον μήνα, έχει πέσει στα 4.000 ευρώ.

Οπως λένε, όποιος δεν δίνει «γρηγορόσημο», δεν εξυπηρετείται ή ταλαιπωρείται αναίτια. Αλλωστε, τα χρήματα δεν καταβάλλονται για να επισπευσθούν οι διαδικασίες ή να κάνει ο υπάλληλος τα στραβά μάτια για κάποια παράλειψη. «Τα χρήματα δίνονται για να γίνουν οι νόμιμες, απολύτως τυπικές διαδικασίες», τονίζει η Μ. «Δεν είναι ακριβώς διαφθορά, είναι περισσότερο εθιμοτυπικό», σημειώνει ο «Γιώργος». «Οταν βλέπεις μια καταχωρήτρια που πηγαίνει το πρωί και φεύγει το βράδυ, δεν θα της πάρεις ένα σουβλάκι; Δεν θα της δώσεις 40 ευρώ; Από φιλότιμο τα δίνεις». Πολλοί εκτελωνιστές, βέβαια, εκμεταλλεύτηκαν το καθεστώς. «Ζητούν 100 ευρώ αμοιβή από τον πελάτη για έναν εκτελωνισμό και βάζουν 200 ευρώ έξοδα για λαδώματα. Ομως το “γρηγορόσημο” για ένα κοντέινερ ήταν 60 ευρώ και σήμερα 20».

«Μπες στο νόημα»

Η πίεση να μπει η Μ. στο «νόημα» της υπηρεσίας έχει υπάρξει ασφυκτική. «Εκτελωνιστές άφηναν λεφτά στο γραφείο μου και όταν έλεγα “πάρτε παρακαλώ τα χρήματά σας” με κοιτούσαν με απορία. Επέμεναν, έφτανα στο σημείο να τα πετάω στο πάτωμα. “Ελα, για τον καφέ σου” έλεγαν». Καμιά φορά, το ρεπερτόριο άλλαζε: «Πάρτα, μην είσαι χαζή, όλοι τα παίρνουν», «πού θα πάει θα τα πάρεις κι εσύ, όλοι έτσι έκαναν στην αρχή». Την ίδια στιγμή, τον δικό τους πόλεμο έκαναν και αρκετοί συνάδελφοί της. «Θα σε δούμε κι εσένα σε λίγο καιρό, έτσι ήμασταν κι εμείς στην αρχή» έλεγαν βλέποντας την αντίστασή της. Αλλοτε έβγαιναν στην επίθεση: «Ποια νομίζεις ότι είσαι; Δηλαδή εμείς θα είμαστε τα μαύρα πρόβατα και εσύ θα ξεχωρίζεις;» Και μετά πάλι μαλάκωναν: «Γιατί, βρε κορίτσι μου, δεν τα παίρνεις; Δεν είναι τίποτα κακό, όλοι το κάνουν, πάρτα για τον καφέ σου». «Δεν ξέρω πόσους καφέδες πιστεύουν ότι πίνω την ημέρα» σχολιάζει η ίδια.

Οι σκηνές ήταν συχνά σουρεαλιστικές. «Οι συναλλασσόμενοι έκαναν ουρά στα άλλα γραφεία, ενώ εγώ δεν εξυπηρετούσα κανέναν. Είχε πέσει σύρμα από τους συναδέλφους ότι δεν τα παίρνω και προτιμούσαν να περιμένουν στην ουρά παρά να έρθουν σε μένα να τους εξυπηρετήσω. Οταν διαμαρτυρήθηκα και τους είπα γιατί δεν έρχονται σε μένα να κάνουν τη δουλειά τους, κάποιοι, από ντροπή, ήρθαν. Οταν τελειώσαμε, πήγαν κι έδωσαν το “γρηγορόσημο” στους άλλους υπαλλήλους, προφανώς για να μη χαλάσουν την καλή σχέση μαζί τους». Την ίδια στιγμή, στα διπλανά γραφεία, τα συρτάρια ήταν ανοιχτά, σήμα για το «ό,τι προαιρείσθε». «Οι εκτελωνιστές συχνά βάζουν τα χρήματα μόνοι τους εκεί».

Η υπηρεσία έχει τον δικό της κώδικα. «Οι εκτελωνιστές χτυπούν τα κέρματα μες στην τσέπη για να δώσουν το σήμα στον υπάλληλο ότι κάτι θα πάρει» λέει η Μ. «Οι συναλλασσόμενοι ξέρουν πόσο θα δώσουν και σε ποιον. Αν δεν έχουν πάνω τους ψιλά, ζητούν από τον υπάλληλο ρέστα. Κάποιοι τους τα δίνουν με τον μήνα. Κάθε μήνα 300 ευρώ σε κάθε γραφείο. Δεν έχουν όλα τα γραφεία τα ίδια κέρδη. Ολοι θέλουν τα “καλά γραφεία” με τους “καλούς εκτελωνιστές”. Γι’ αυτό οι περισσότεροι μένουν πολλά χρόνια στα ίδια πόστα. Είναι το μαγαζάκι τους. Αν κάποιος προϊστάμενος επιχειρήσει να τους αλλάξει τμήμα γίνεται χαμός, πέφτουν από παντού τηλέφωνα».

Ο χρηματισμός τους συζητιέται ανοιχτά στην υπηρεσία, αντιμετωπίζεται ως κάτι φυσικό. «Κάθε μεσημέρι μετράνε τις εισπράξεις τους, πόσα έβγαλε ο καθένας, ή τις μοιράζουν εάν έχουν κοινό ταμείο» λέει η Μ. «Κάνουν και σχόλια για το αν πήγε καλά ή κακά η μέρα». Θυμάται μια συζήτηση σχετικά με τις μειώσεις μισθών στο Δημόσιο. «Μία υπάλληλος είπε “αδιαφορούμε, εμείς βγάζουμε πολλά περισσότερα εδώ μέσα”». Πολλοί προβάλλουν ως δικαιολογία το κόψιμο των επιδομάτων τους. Για πολλά χρόνια οι τελωνειακοί εισέπρατταν τα λεγόμενα ΔΕΤΕ (Δικαιώματα Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών) που κυμαίνονταν από 600 έως 1.250 ευρώ το μήνα. Από το 2008, ο ειδικός λογαριασμός ενσωματώθηκε στον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή το ποσό που πληρώνουν οι έμποροι για τις εισαγωγές πηγαίνει στο κράτος και όχι στους υπαλλήλους. «Αυτό φυσικά δεν είναι δικαιολογία γιατί και πριν κοπούν τα ΔΕΤΕ το “γρηγορόσημο” έδινε κι έπαιρνε» σχολιάζει η Μ.

Δεν ξέρει για πόσο ακόμα θα αντέξει στην υπηρεσία. «Ισως δεν γίνεται αντιληπτό ότι το δύσκολο δεν είναι να τα πάρεις, το δύσκολο είναι να αρνηθείς να τα πάρεις. Η ψυχολογική πίεση είναι αφόρητη».